• Latest News

    Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2012

    Νύχτες Πρεμιέρας '12: Cosmopolis review


     
    Γράφει ο Κωνσταντίνος Παναγιώτου.

    Κλάψαμε πολύ με το Cosmpopolis
    Όχι επειδή η νέα ταινία του David Cronenberg  μας συγκίνησε, ούτε φυσικά από τα γέλια. 

    Δακρύσαμε γιατί ακόμα μία πανέξυπνη ιδέα, η οποία είχε όλα τα φόντα να περάσει μηνύματα κατευθείαν στις βαθύτερες σωληνώσεις του νου μας πετάχτηκε στον κάλαθο των αχρήστων μέσα από ένα ανύπαρκτο story, αντιφατικές σκηνές και μερικές τουλάχιστον «περίεργες» ερμηνείες.

    Η κεντρική ιδέα ήταν φανταστική. 

    Το όλο σκηνικό επίσης ιδανικό. 
    Τι απέμενε για να ολοκληρωθεί μία πολύ καλή παραγωγή; 
    Το σενάριο! 

    Η ανύπαρκτη ιστορία μπορεί να προσέθετε πόντους στην όλη ανυπαρξία του κεντρικού ήρωα (θα αναφερθώ εκτενέστερα παρακάτω περί αυτού) αλλά από την άλλη αποβλάκωνε μέχρι αηδίας τον θεατή, ο οποίος χανόταν μέσα στα φιλοσοφικά ζητήματα που πραγματευόταν οι ήρωες χωρίς όμως να μπορεί να ελπίζει σε μία «λύση» της όλης υπόθεσης...



    Το ερώτημα είναι αν τελικά η ιστορία δεν οδηγεί κάπου, δεν έχει ένα συγκεκριμένο στόχο, ένα τέρμα, αξίζει να ασχοληθείς με τα γύρω-γύρω (νοήματα, μηνύματα, ιδέες, χαρακτήρες); 

    Η απάντηση μας, ύστερα από την παρακολούθηση του Cosmopolis είναι πως όχι!

    Φυσικά, για να μην παρεξηγηθώ, δεν πρέπει ντε και καλά να μας προσφέρονται όλα στο πιάτο. 


    Αυτό που ζητάμε δεν είναι μία ξερή ιστορία με σαφή αφετηρία ακόμα πιο καθαρή διαδρομή και αναμενόμενο τέλος. 
    Πάντα μου άρεσαν οι ανατροπές, τα μπλεξίματα στα σενάρια, ο πονοκέφαλος ύστερα από την προσπάθεια ανάλυσης της ιστορίας και τα αμφιλεγόμενα φινάλε.

    Τίποτα από αυτά όμως δεν συναντήσαμε στο Cosmopolis και είναι κρίμα κι άδικο γιατί πραγματικά «ψηθήκαμε» από το «αρρωστημένο» σκηνικό που είχε σκοπό να μας προσφέρει ο Cronenberg.

    Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. 

    Το Cosmopolis είναι βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Don DeLillo, το οποίο και πήρε την άγουσα για τα ράφια των βιβλιοπωλείων τον Απρίλιο του 2013. 

    Ο Cronenberg διασκεύασε το σενάριο, ο ίδιος το σκηνοθέτησε και μας παρέδωσε την οδύσσεια του πολύ-δισεκατομμυριούχου χρηματιστή Eric Packer στη μεγάλη οθόνη.

    Ο Packer λοιπόν, ο οποίος ενσαρκώνεται από τον Robert Pattinson (Bel Ami), αποφασίζει να διασχίσει τη Νέα Υόρκη προκειμένου να κουρευτεί. 


    Μπαίνει λοιπόν στην κάτασπρη, πανάκριβη - με εσωτερικό που θα ζήλευε και ο Darth Vader για λογαριασμό του Death Star - λιμουζίνα του και κάπου εκεί αρχίζει ή τελειώνει η ιστορία, αναλόγως από ποια σκοπιά αποφασίζεις να δεις τη ταινία.

    Η πορεία προς τον κουρέα δεν είναι φυσικά ομαλή, πώς θα συνέβαινε κάτι τέτοιο άλλωστε στη Νέα Υόρκη; 


    Ο επικεφαλής ασφαλείας του Packer, Torval (Kevin Durand, Resident Evil: Retribution) αναγκάζεται να αλλάζει συνέχεια δρομολόγιο καθώς πολλά και διάφορα συμβαίνουν στους δρόμους του Μανχάταν. 

    Μία ο δρόμος είναι μπλοκαρισμένος επειδή ο πρόεδρος της Αμερικής έχει πραγματοποιήσει επίσκεψη στην πόλη, μία επειδή πολίτες διαδηλώνουν ενάντια στον καπιταλισμό, μία εξαιτίας της κηδείας ενός αστέρα της Σούφι Ραπ ...ε, δεν θέλει και πολύ να τρελαθεί κανείς. 

    Προσθέστε σε αυτά και τις συναντήσεις του Packer με διάφορους χαρακτήρες κατά τη διάρκεια της διαδρομής, γιατροί, ψυχολόγοι, υπάλληλοι, η σύζυγος του, δύο ερωμένες, ένας αγανακτισμένος πολίτης, ο οποίος συνηθίζει να πετάει τούρτες σε διάσημα πρόσωπα, και έχετε το απόλυτο αλαλούμ. 

    Ο DeLillo μέσω του μυθιστορήματος του και ο Cronenberg μέσω της ταινίας του, υποτίθεται πως ήθελαν να μας καταστήσουν μάρτυρες στη λοβοτομή του σύγχρονου κροίσου. 

    Του «χαμένου» στην άνοδο ή πτώση του Γεν, Packer, για τον οποίο η ζωή δεν είναι παρά ένα παιχνίδι, ένα τεράστιο κρεβάτι, ένα χρηματιστήριο όπου η ανθρώπινη ύπαρξη βιώνει τα limit up και down της. 

    Η ιδέα όπως είπα και παραπάνω, ήταν καλή. 
    Πολύ καλή για την ακρίβεια. 

    Ο «πλαστικός» κόσμος των δισεκατομμυριούχων, ο οποίος διαφέρει άρδην από αυτόν που βιώνουμε εμείς, οι κοινοί θνητοί, καθημερινά, προκαλεί τεράστιο ενδιαφέρον ενώ ξυπνάει αρκετά πάθη, ζήλια, αποστροφή, μίσος – ανάλογα με το μικρόβιο που κουβαλάει ο καθένας μέσα του. 

    Ο τρόπος που εφαρμόζεται αυτή η ιδέα όμως δεν μου προκάλεσε κανένα από τα παραπάνω συναισθήματα. 
    Όχι ψέματα, μου έφερε αφόρητη βαρεμάρα και απανωτά χασμουρητά.

    Είμαι οπαδός των «αφηρημένων» εννοιών και των σπαζοκεφαλιών, αλλά αυτό στο οποίο μας υποβάλλει ο Cronenberg είναι χειρότερο και από υποχρεωτικό λύσιμο sudoku υπό την απειλή μαστιγίου κάτω από τον καυτό ήλιο της Σαχάρα.


    Διάλογοι χωρίς συνοχή και λογική, συναντήσεις με διάφορα περίεργα και άσχετα μεταξύ τους άτομα, μία ψυχολόγο η οποία μιλάει περί ανέμων και υδάτων, έναν υπάλληλο του με τον οποίο αναλώνεται επίσης σε άσχετες ψευτο-φιλοσοφέ συζητήσεις, ένα γιατρό ο οποίος τον υποβάλλει στο καθημερινό του τσεκ-απ και μία ιερόδουλη με την οποία επίσης (ήμαρτον) καταλήγει να μελετάει οικονομικά και υπαρξιακά ζητήματα. 

    Ο «μύλος» συνεχίζεται με την ερωτική του συνεύρεση με όλες τις γυναίκες του κόσμου εκτός από αυτή την οποία πραγματικά θέλει, τη σύζυγο του (Sarah Gadon, The Moth Diaries) , το «τούρτωμα» του (τούρτα τρώει στα μούτρα όχι γιαούρτι) από έναν αγανακτισμένο και ...πολλά είπα ήδη.

    Ο Cronenberg προσπαθεί ως σκηνοθέτης να σώσει όσους πόντους έχει χάσει ως σεναριογράφος αλλά τελικά ακόμα και κάποια έξυπνα τρικ (η λιμουζίνα λειτουργεί ως «κάστρο» από τον έξω κόσμο, είναι απροσπέλαστη, μερικώς ηχομονωμένη. Ο Packer όποτε ανοίγει την πόρτα της , ανοίγει την πόρτα στον πραγματικό κόσμο, αφήνει πίσω του τη ψεύτικη ζωή του και αρχίζει να μπαίνει στη καθημερινότητα της Νέας Υόρκης) βουλιάζουν στο βούρκο του σεναρίου.

    Ξαναλέω, είναι πραγματικά κρίμα που μία τέτοια ενδιαφέρουσα ιδέα δεν μετουσιώθηκε σε εξίσου καταπληκτικό φιλμ.

    Για την ερμηνεία του Pattinson δεν έχω να πω πολλά. 

    Ο Άγγλος ηθοποιός δεν με έχει συναρπάσει σε καμία ταινία του έτσι κι αλλιώς.

    Υιοθετεί το ίδιο «παγωμένο» και «χαμένο» ύφος που τον έχει κάνει γνωστό και αγαπητό στους οπαδούς του. 

    Δεν συμπεριλαμβάνομαι σε αυτούς, οπότε όχι μόνο με άφησε αδιάφορο αλλά με εκνεύρισε κιόλας σε κάποια σημεία.

    Χωρίς ενδιαφέρον ερμηνευτικά ο Paul Giamatti (Rock of Ages), ο Abdul Ayoola (Immortals), η Juliette Binoche (The Life of Another), η Emily Hampshire (Good Neighbours), και η Samantha Morton (John Carter).

    Το Cosmopolis θέλει να πει πολλά. 
    Καταλήγει να ψιθυρίζει κάποια ενώ τα υπόλοιπα μηνύματα του χάθηκαν κάπου στην πορεία.

    Tip: Η μόνη σκηνή που με έβγαλε από το λήθαργο ήταν αυτή όπου ο Packer υποβάλλεται σε εξέταση προστάτη από τον ιδιωτικό του γιατρό, μέσα στη λιμουζίνα του υπό το βλέμμα μίας υπαλλήλου του με τη διάγνωση να αφήνει προβληματισμένο τον πρωταγωνιστή: «Ο προστάτης σας είναι ασύμμετρος», έκρωξε ο γιατρός, ο Packer συγκλονίστηκε και εμείς αναφωνήσαμε: «Κι εμάς ο εγκέφαλος μας μετά από αυτό που τραβήξαμε»!

    Στις ελληνικές αίθουσες από 27 Σεπτεμβρίου.

     
    Cosmopolis trailer 2 από FilmBoy-gr
    • ΜΗ ΞΕΧΑΣΕΙΣ ΝΑ ΣΧΟΛΙΑΣΕΙΣ
    • Facebook Comments
    Item Reviewed: Νύχτες Πρεμιέρας '12: Cosmopolis review Rating: 5 Reviewed By: Konstantinos
    Scroll to Top