• Latest News

    Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2011

    Review: Το Δέρμα Που Κατοικώ (La Piel Que Habito) - The Skin I Live In


     
    Γράφει ο Κώστας Τσώκος.

    Μετά τον Woody Allen, ο Pedro Almodovar είναι άλλος ένας συνεπής δημιουγός του οποίου βλέπουμε έργα ανά τακτά χρονικά διαστήματα.

    Ανά δύο ή τρία χρόνια έχουμε και μια ιδιόμορφη δημιουργία του Ισπανού σκηνοθέτη και φέτος του δίνεται η ευκαιρία να πρωτοτυπήσει, εισχωρώντας κατά κάποιον τρόπο και στα λημέρια του ψυχολογικού θρίλερ, με κάποια science fiction στοιχεία.

    Βασιζόμενος ελαφρά στο βιβλίο 'Tarantula' του Thierry Jonquet, μας διηγείται την ιστορία του χειρούργου Robert Ledgard (Antonio Banderas, You Will Meet A Tall Dark Stranger) ο οποίος αποφασίζει να κατασκευάσει ένα ανθεκτικό δέρμα που να μην καίγεται.


    Στην αρχή πειραματίζεται με ποντίκια και πετυχαίνει, αλλά δεν το έχει δοκιμάσει ακόμα σε άνθρωπο. 


    Βρίσκει το κίνητρο του στο θάνατο της γυναίκας του, που προήλθε από εγκαύματα τροχαίου και όταν είδε μετά τον εαυτό της στον καθρέφτη, αυτοκτόνησε.

    Αυτό θα οδηγήσει σε ψυχικό κλονισμό την κόρη τους Norma (Blanca Suarez) και αργότερα θα αναγκαστεί να κλειστεί και αυτή σε κλινική.

    Μέχρι που θα βγει έξω και θα της κάνει κακό ένας υπάλληλος σε μαγαζί ρούχων, ο Vicente (Jan Cornet, There Be Dragons).
    Και να η κατάλληλη ευκαιρία για τον χειρούργο βρίσκοντας το ιδανικό πειραματόζωο για να εξασκηθεί επάνω σε ανθρώπινο σώμα.

    Ο Vicente λοιπόν θα γίνει ...Vera για να μοιάζει και στη γυναίκα του Robert παίρνοντας τη μορφή της πανέμορφης ηθοποιού Elena Anaya (Cairo Time)

    Συνήθως τα έργα του Almodovar κινούνται μεταξύ του χιούμορ και του μελό σε συνδυασμό με κάποιες ολίγον νευρωτικούς κατά βάση γυναικείους χαρακτήρες. 


    Η γνωστή του εμμονοληπτική θεματική περί σεξουαλικής ταυτότητας, μοναξιάς, εκδίκησης, θανάτου και άλλων παραμένει και εδώ.

    Το σενάριο παίζει γύρω απ'όλα αυτά θέματα, φανερώνοντας την κρυφή οργή των ανθρώπων είτε από συναισθηματική έλλειψη απόγνωση είτε από εσωτερικά μπερδέματα σεξουαλικής ταυτότητας κλπ.

    Αρχικά κρίνεται ως θετικό ότι μετά από τόσα χρόνια δημιουργίας αποφασίζει να εισχωρήσει και σε άλλα είδη θυμίζοντας μέχρι και θρίλερ σε κάποιες στιγμές.

    Η απαγωγή, τα πλάνα με τα χειρουργεία και τα εργαλεία που παραπέμπουν λίγο στον τρόμο του Cronenberg, η αιχμαλωσία και ο μετέπειτα εγκλεισμός με την αγωνία για πιθανή απόδραση.

    Η σκοτεινή φωτογραφία του Jose Luis Alcaine παραπέμπει και σε φιλμ νουάρ, ενώ η υπέροχη μουσική του Alberto Inglesias ντύνει με συναίσθημα πολλές σκηνές, ενισχύοντας την εσωτερική ένταση των χαρακτήρων.

    Και αναλόγως με την ένταση που τα έκανε όλα αυτά, δυνάμωνε και η μουσική περισσότερο, δένοντας με την σκηνή και χωρίς να σε αποσπά το πομπώδες στυλ της.

    Αυτές είναι οι σκηνές που με άγγιξαν και περισσότερο, με χαρακτηριστικότερες αυτές που η 'αλλαγμένη' Vera μαθαίνει μέσα στη φυλακή της να καλλιεργείται διαβάζοντας, μαθαίνοντας γιόγκα και γράφοντας στους τοίχους την ακριβή ημερομηνία από κάθε ημέρα της αιχμαλωσίας της.

    Με αποτέλεσμα έναν μοναδικό ντιζαϊνάτο καμβά που έδινε ατμόσφαιρα καλλιτεχνική σε αυτό το σπίτι του τρόμου, σαν να ήθελε να τονίσει ότι τώρα που ο Vicente ματαμορφώνεται σε γυναίκα, είναι σαν την κάμπια που ανοίγει και γίνεται πεταλούδα.

    Το ίδιο ίσχυε και με τις υπόλοιπες χρωματικές αλλαγές στα πατώματα και τους τοίχους, είτε στα πατώματα και επίσης τα φορέματα. 


    Το καλό με τον Almodovar και το τολμηρό για κείνον εγχείρημα, είναι ότι καταφέρνει να μην τα κάνει και τόσο σαλάτα, παρόλα τα πισωγυρίσματα σε παρελθόν και παρόν.

    Πρόσεξε σε αυτό το ανακάτεμα των ειδών και διάλεξε σταθερούς συνεργάτες, καταφέρνοντας έτσι σε κάθε σκηνή να δίνει και ατμόσφαιρα.

    Οι - καλώς εννούμενες - μελό στιγμές δεν λείπουν, με σκηνές όπως αυτές στην κλινική μεταξύ πατέρα-κόρης και η όλη σχέση του Banderas με την αιχμάλωτη του.

    Οι ερμηνείες ήταν από ικανοποιητικές έως πολύ καλές.

    Ο ρόλος του Banderas ας πούμε, με τα ψυχολογικά του και την απόγνωση του για σύζυγο και κόρη, την κρυφή οργή που κρύβει και που θα τον καταστήσει έναν μικρό θεό.

    Θα απαγάγει, θα εγχειρήσει και μετά θα φροντίσει ο ίδιος το δημιούργημα του, για να πάρει στη τελική αυτό που εκείνος θέλει.

    Ένας ήρεμος Banderas, που με τις εκφράσεις του περισσότερο υπονοεί παρά βροντοφωνάζει τα συναισθήματα του, αν και περίμενα ένα εντονότερο ξέσπασμα στην αποτυχία των γιατρών, να θεραπεύσουν την ατυχήσασα κόρη του.

    Μετά από 21 χρόνια και το Δέσε Με, συνεργάζεται ξανά με το σκηνοθέτη που τον ανέδειξε και νομίζω ότι αυτοί οι ρόλοι, στη φυσική του γλώσσα κιόλας, του ταιριάζουν καλύτερα.
    Αρκετές σαβούρες είχε γυρίσει στο Χόλιγουντ την τελευταία δεκαετία.

    Μια ακόμη και πιο σταθερή συνεργάτιδα του είναι και η Marisa Paredes, που την έχουμε δει σε πολλές του ταινίες και εδώ υποδύεται την πιστή του υπηρέτρια και μάνα ενός άλλου βιαστή.
    Ένας ρόλος κλειδί που συνδέεται άμεσα με κάποια πρόσωπα, αλλά αυτό ...δεν σας το λέω! 


    Πολύ καλός ο Jan Cornet, χαμένος και απελπισμένος αν και την μετάβαση του στο άλλο φύλο την μετέδωσε καλύτερα η γοητευτική και μοιραία Elena Anaya, η οποία είναι και το μεγαλύτερο ατού της ταινίας.

    Κάτι σαν αντικατάστρια για την Penelope Cruz, της μούσας του Almodovar που ήταν αρχικά να συμμετάσχει και δεν μπόρεσε.

    Πετυχημένη η μετάβαση λοιπόν μιας και προβλέπω η Anaya να εξελίσσεται σε νέα μούσα (μακάρι για να χουμε και μεις να την βλέπουμε!), καθώς όλη η ταινία περιστρεφόταν γύρω απ'το βλέμμα της, τις κινήσεις της και το κρυμμένο ακόμη αντράκι που καραδοκούσε πλέον να ξαναβγεί, ως femme fatale πλέον.

    Ένα Τέρας του Φράνκενσταϊν στο πιο όμορφο φυσικά αλλά και πιο θηλυπρεπές και καλλιτεχνικό, εξίσου εκφραστικό με μάσκα ή χωρίς.

    Η μόνη μου ένσταση είναι ότι ενώ μου άρεσε το στυλ της ταινίας, απ'την άλλη η εμμονή ενός σκηνοθέτη στο να επιδείξει το στυλ του σε κάνει καμιά φορά να μην ταυτίζεσαι τόσο με τους χαρακτήρες.

    Οι καταστάσεις πιο κοντά σε ένα ιδιόμορφο τύπο σκηνοθεσίας παρά στο πως ρεαλιστικά θα απεικονίζονταν αυτοί οι χαρακτήρες στην πραγματικότητα.

    Καμιά φορά παραξένευε με την τόση ψυχραιμία του Banderas αλλά και την τόση εύκολη, κατά τα φαινόμενα, αποδοχή του Vicente στην αλλαγή του φύλου του.

    Είναι ένας τρόπος πιο καλλιτεχνικής έκφρασης των συναισθημάτων απόλυτα κατανοητός,όπου κάποια πράγματα υπονοούνται και δεν χρειάζεται να βροντοφωνάζουν, μιας και υποβόσκουν μεσα μας. 


    Αλλά καμιά φορά παρακαταντούσε μη ρεαλιστικό.

    Και επίσης αν και η ταινία κύλαγε μια χαρά και δεν ήταν καθόλου βαρετή στη σχεδόν δίωρη διάρκεια της, ένιωσες να θέλει κάτι παραπάνω να δείξει προς το τέλος για τη ζωή κάποιου χαρακτήρα.

    Είναι έτσι το πρότυπο των πιο καλλιτεχνικών και Ευρωπαίστικων ταινιών να τελειώνουν κάπως απότομα και flat,  αφήνοντας σε να μαντέψεις.

    Εν κατακλείδι, πολύ καλή προσπάθεια απ'τον Almodovar καταφέρνοντας να αναμείξει διάφορα είδη αλλά διατηρώντας το προσωπικό του στυλ και κρατώντας μέσα στην θρίλερ ατμόσφαιρα, μια αίσθηση παραμυθιού, μελαγχολίας και εσωτερικής έντασης.

    Σαν ταινία κυλούσε ομαλά και δεν κούραζε παρ'όλα τα πισωγυρίσματα, καταφέρνωντας να σε κρατάει σε ενδιαφέρον και δεμένο συναισθηματικά με τις σκηνές και τις καταστάσεις.

    Αλλά πέρα απ'το σύνολο σε άλλα σημεία έπασχε λίγο και φάνταζε κάπως ανολοκλήρωτο.

    Σε αυτές τις ταινίες νιώθω να με συνεπαίρνει πάντα πιο πολύ το στυλ της σκηνοθεσίας σε κάποιες στιγμές, παρά οι ίδιοι οι χαρακτήρες και η ταινία στο σύνολο της.

    Στους φανατικούς του Ισπανού auteur θα αρέσει, αλλά δεν είμαι σίγουρος αν συγκαταλέγεται και στα αριστουργήματα του.

    Εγώ το εύχομαι,αλλά ...ο χρόνος θα δείξει.



    The Skin I Live In trailer by FilmBoy-gr
    • ΜΗ ΞΕΧΑΣΕΙΣ ΝΑ ΣΧΟΛΙΑΣΕΙΣ
    • Facebook Comments
    Item Reviewed: Review: Το Δέρμα Που Κατοικώ (La Piel Que Habito) - The Skin I Live In Rating: 5 Reviewed By: Konstantinos
    Scroll to Top