• Latest News

    Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2013

    Review: Οι Άθλιοι - Les Miserables



    Γράφει ο Κωνσταντίνος Παναγιώτου.

    Βασισμένοι στο ομώνυμο - επίσης μιούζικαλ - έργο των Alain Boublil και Claude-Michel Schonberg, το οποίο με τη σειρά του βασίζεται φυσικά στο πασίγνωστο μυθιστόρημα του Βίκτορος Ουγκό, οι Άθλιοι του Tom Hooper φιλοδοξούν (και καταφέρνουν εν μέρει) να μεταλαμπαδεύσουν διαχρονικά μηνύματα.

    Μάχη. Όνειρο. Αγάπη. Ελπίδα.

    Τέσσερις φωτεινοί σηματοδότες, οι οποίοι αποτυπώνονται και στο poster της ταινίας, που φιλοδοξούν να συνοψίσουν ολόκληρο το περιεχόμενο της ανθρώπινης ύπαρξης.

    Ένας συνεχής (ταξικός) αγώνας, αυτό δεν είναι άλλωστε η ζωή;


    Η απόφαση για το νέο γύρισμα των Άθλιων προέκυψε επί της ευκαιρίας της 25ης επετείου του έργου των Boublil και Schonberg


    Η παραγωγή προσέγγισε το δίδυμο μάλιστα, προτείνοντας τους να δουλέψουν πάνω στο σενάριο της νέας ταινίας.

    Εκείνοι δέχτηκαν, και έτσι σε συνεργασία με τον Wiliam Nicholson αλλά και τον Herbert Kretzmer παρέδωσαν στον Tom Hooper το αριστούργημα του σπουδαίου Γάλλου συγγραφέα και ποιητή, διασκευασμένο και έτοιμο για το ντύσιμο με τα εκπληκτικά τραγούδια.

    Η υπόθεση είναι λίγο πολύ γνωστή σε όλους μας. 

    Βρισκόμαστε στη Γαλλία του 1815, λίγο πριν το ξέσπασμα της επανάστασης του Ιουνίου. 

    Ο πρωταγωνιστής, ο Γιάννης Αγιάννης/ Jean Valjean (Hugh Jackman, Real Steel) εμφανίζεται να εκτίει ποινή φυλάκισης εξαιτίας ενός «στυγερού» παραπτώματος. 
    Το «ειδεχθές» έγκλημα του ήταν η κλοπή μίας φραντζόλας ψωμιού… 

    Τελικά ύστερα από δεκαεννιά ολόκληρα χρόνια, αφήνεται ελεύθερος αλλά με περιοριστικούς όρους, γεγονός που αποτελεί φυσικά τροχοπέδη στη ζωή του.


    Ο Αγιάννης αντιμετωπίζεται με καχυποψία και απέχθεια από όλους εκτός του επισκόπου του Digne (Colm Wilkinson) , ο οποίος του φέρεται ως άλλος στοργικός πατέρας.

    Αυτός ο πραγματικά άγιος άνθρωπος είναι και ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στην παλιά και τη νέα ζωή του Γιάννη Αγιάννη. 


    Ο πρώην κατάδικος, «ελευθερώνεται»  μέσα από την πράξη ελέους του επισκόπου, και μεταμορφώνεται σε ένα τίμιο και ευσυνείδητο πολίτη, ο οποίος κάτω από το πέπλο μίας νέας ταυτότητας, καταφέρνει όχι απλά να επιπλεύσει πλέον στην κοινωνία, αλλά να αποτελέσει επιφανές κομμάτι της.

    Η νέα ταυτότητα του Αγιάννη όμως, η οποία στο μεταξύ του έχει χαρίσει το χρίσμα του δημάρχου και την ιδιοκτησία μίας επιχείρησης, σύντομα αποκαλύπτεται και έτσι ο δαίμονας που καραδοκούσε και τον περιτριγύριζε ήδη  από τα πρώτα λεπτά της αποφυλάκισης του ρίχνεται και πάλι στο κυνήγι του.

    Ο λόγος για τον Ιαβέρη/Javer (Russell Crowe, The Next Three Days), τον πάλαι ποτέ του προσωπικό του δεσμοφύλακα και πλέον αστυνομικό πράκτορα. 


    Αυτό το λυσσασμένο θηρίο της κολάσεως δεν έχει άλλο στόχο και λόγο ύπαρξης από τη σύλληψη του Αγιάννη και την οδήγηση του πίσω στα δεσμά.

    Η σκοτεινιά που φέρνει μαζί του ο Ιαβέρης εξισορροπείται κάπως από το φως που κουβαλάει η αιθέρια ύπαρξη της Fantine (Anne Hathaway, The Dark Knight Rises). 


    Η τελευταία, εργάζεται στην επιχείρηση του Αγιάννη έχοντας ως αποκλειστικό προορισμό την ανατροφή της μικρής της κόρης, της Cosette (Isabelle Allen).

    Ακόμα και αυτή η λάμψη που εκπέμπει η Fantine χάνεται όμως, όπως όλα άλλωστε στη Γαλλία εκείνης της εποχής, όταν η απόλυση της λαμβάνει χώρα.

    Δίχως άλλη ελπίδα, η τραγική αυτή μορφή στρέφεται στο βούρκο του υπόκοσμου ενώ σύντομα αναγκάζεται να καταφύγει στην πορνεία προκειμένου να συνεχίσει να θρέφει το παιδί της.



    Η αναμενόμενη συνάντηση του Ιαβέρη με τη Fantine προσφέρει την απαιτούμενη ένταση στη ταινία, η οποία γίνεται ακόμα πιο χαρακτηριστική από τη στιγμή που ο Αγιάννης παρεισφρύει ανάμεσα τους!

    Η ταινία μέχρι εδώ μπορεί να χωριστεί σε δύο πράξεις. 

    Η πρώτη αφορά τη μετάβαση από τον παλιό, αμαρτωλό Αγιάννη, στο νέο, ευυπόληπτο άτομο, ενώ η δεύτερη ολοκληρώνεται με τα όσα συνέβησαν ύστερα από τη συνάντηση Ιαβέρη, Fantine και Αγιάννη.

    Η τρίτη πράξη σηκώνει αυλαία εννέα χρόνια αργότερα, σε ένα Παρίσι που συνεχίζει να βράζει, με τα νέα πρόσωπα επί σκηνής να είναι ο νεαρός επαναστάτης Marius (Eddie Redmayne, My Week With Marilyn) και η έφηβη πια Cosette (Amanda Seyfried, Gone). 

    Ο Marius προσπαθεί – μάταια - να ξεσηκώσει το λαό του Παρισιού απέναντι στο αδηφάγο τέρας που ονομάζεται εξουσία, ενώ παράλληλα ερωτεύεται την πανέμορφη Cosette.

    Η τελευταία έχει περιέλθει υπό την προστασία του Αγιάννη, ο οποίος συνεχίζει να τρέμει την επανεμφάνιση του Ιαβέρη.

    Η ατμόσφαιρα στο Παρίσι μυρίζει μπαρούτι. 

    Μέσω των όσων θα επακολουθήσουν, θα γίνουμε μύστες της τρομερής ανθρώπινης θέλησης, της δίψας για ελευθερία, της ανάγκης για εκδίκηση και της ανυπέρβλητης εξύψωσης της ανθρώπινης ψυχής…

    Η σημαντικότερη πράξη του έργου αφήνει μία γλυκόπικρη γεύση στο στόμα, η οποία συμπληρώνεται, γλυκά ή πικρά, ανάλογα με το κριτικό και συναισθηματικό υπόβαθρο του καθενός, στο τέταρτο και τελευταίο μέρος.

    Το διάρκειας 158 (!) λεπτών μιούζικαλ έχει σαν στόχο να μεταφέρει στο θεατή αυτούσια την αποπνικτική ατμόσφαιρα της Γαλλίας του 19ου αιώνα. 


    Της Γαλλίας που ζει υπό τα δεσμά της εξουσίας, της Γαλλίας που αντιστέκεται και παλεύει για κάτι καλύτερο, της Γαλλίας που έχυσε αίμα στο βωμό των αγώνων για ισονομία, στη Γαλλία που αποτέλεσε ένα από τα κυριότερα παραδείγματα προς μίμηση όσον αφορά τη μάχη για την ελευθερία. 


    Το αν ο Hooper τα καταφέρνει ή όχι, όσον αφορά όλα τα παραπάνω, είναι ένα θέμα το οποίο δυστυχώς γρήγορα θάβεται στο πίσω μέρος του μυαλού του ακροατή.

    Σε προσωπικό επίπεδο, γρήγορα βρέθηκα σε αμυντική θέση απέναντι στη ταινία, μιας και όντας μη φανατικός των μιούζικαλ πτοήθηκα σχετικά νωρίς από το hardcore στοιχείο του τραγουδιού.

    Εξηγούμαι: με μόνες κληρονομιές αυτές του Moulin Rouge! και του Phantom of the Opera, δεν κατάφερα να κρατηθώ «ζεστός» όσον αφορά το λυρικό κομμάτι των Αθλίων για περισσότερη από μιάμιση ώρα.  


    Με το πέρασμα αυτής, άρχισε πραγματικά να με κουράζουν οι «τραγουδιστοί» διάλογοι, οι οποίοι μπορεί σε κάποια σημεία να ήταν απείρου κάλλους (ειδικά οι σκηνές στα οδοφράγματα αποτελούν απαύγασμα ποιητικής τέχνης) αλλά εν γένει, σε ένα σχετικά παρθένο (όσον αφορά το συγκεκριμένο είδος) μυαλό, λειτούργησαν αρνητικά.

    Η αναφορά στη θέαση των δύο παραπάνω μιούζικαλ δεν είναι τυχαία. 

    Και τα δύο έργα διαφέρουν με τους Άθλιους σε ένα καίριο σημείο: η μουσική φύση τους είναι φυσικά έντονη αλλά όχι σε κάθε διάλογο, σε κάθε επιφώνημα, σε κάθε ανάσα πρωταγωνιστών ή μη. 

    Η ισορροπία ανάμεσα στο τραγούδι και τον πεζό λόγο απλά δεν υφίσταται στους Άθλιους, γεγονός που προσωπικά με κούρασε.

    Βέβαια, οι σκληροπυρηνικοί φαν του είδους μάλλον θα σχηματίσουν αντίθετη άποψη μιας και θα έχουν τη δυνατότητα να απολαύσουν σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια το μεγαλείο της μουσικής και της ποίησης.

    Ίσως τελικά να μπορούσα να συνταχθώ μαζί τους, αν έβλεπα παραπάνω του ενός Hugh Jackman στην οθόνη. 


    Ο – υποψήφιος για Όσκαρ πρώτου ανδρικού ρόλου - 44χρονος Αυστραλός ηθοποιός δίνει πραγματικό ρεσιτάλ ερμηνείας, και όσον αφορά τον παράγοντα ηθοποιία αλλά και τραγουδιού / απαγγελίας. 


    Η πλαστικότητα των κινήσεων του είναι εξαίρετη, με τη σκηνή του σηκώματος της πεσμένης γαλλικής σημαίας ύστερα από διαταγή του Ιαβέρη (από τις πρώτες σκηνές της τανίας – απίστευτοι οι συμβολισμοί εδώ) και αυτή που διαδραματίζεται στους υπονόμους του Παρισιού να λογίζονται ως οι κορυφαίες του.  

    Απλά συγκινητικός αλλά και επαγγελματίας, αφού τα όσα έκανε προκειμένου να μπει στο πετσί του ρόλου είναι άξια αναφοράς. 

    Μεταξύ αυτών: κατανάλωση πάνω από επτά λίτρων νερού καθημερινά, παραμονή στον ατμό τρεις φορές τη μέρα, κρύα μπάνια και φυσικά εντατικά μαθήματα φωνητικής.

    Τους παραπάνω διθυραμβικούς χαρακτηρισμούς πάντως σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να χαρίσουμε στον Russell Crowe, όσο κι αν το επιθυμούμε. 

    Μπορεί το πρόσωπο του να φανέρωνε μέρος της κακίας και της εκδικητικότητας που σημαδεύει τον χαρακτήρα του Ιαβέρη, αλλά στον παράγοντα τραγούδι ο βραβευμένος με Όσκαρ ηθοποιός μάλλον παίρνει κάτω από τη βάση.

    Σίγουρα δεν είμαι ειδικός, αλλά αν έκαναν μία φορά άσχημη εντύπωση στα δικά μου «άβγαλτα» αυτιά, οι κραυγές του Crowe φαντάζομαι τι αντίκτυπο θα έχουν στους εμπειρότερους του είδους.

    Η Anne Hatheway από την πλευρά της (επίσης προτεινόμενη για Όσκαρ Β’ γυναικείου ρόλου) θετικά συναισθήματα μας προκαλεί, αλλά ο σύντομος (σε σύγκριση με τους υπόλοιπους χαρακτήρες) ρόλος της, μετριάζει κάπως τον ενθουσιασμό της. 


    Πάντως όση ώρα την είδαμε επί σκηνής στο ρόλο της κατατρεγμένης από τη μοίρα ανύπαντρης μητέρας, ήταν εξαιρετική.

    Αρκετές οι θυσίες της εξάλλου για το συγκεκριμένο ρόλο καθώς κλήθηκε να κουρέψει υπερβολικά κοντά τα μαλλιά της αλλά και να χάσει αρκετό βάρος. 



    Η άλλη κυρίαρχη γυναικεία παρουσία στο έργο η Cosette, υποδυόμενη ως έφηβη από την Amanda Seyfried,  δεν κίνησε ιδιαίτερα την προσοχή, όχι τόσο όσο θα έπρεπε καλύτερα, ενώ αντίθετα ξεχωριστή μνεία πρέπει να γίνει για τον Redmayne, ο οποίος αποτύπωσε εξαιρετικά το νεαρό επαναστάτη που μόνος του έχει τη δύναμη να πλήξει σοβαρά την εξουσία, αυτόν τον κακοήθη όγκο που αηδιαστικά μέρα με τη μέρα μεγαλώνει και νεκρώνει ολοένα και περισσότερα τμήματα της κοινωνίας.

    Βέβαια το όλο περιτύλιγμα των Αθλίων είναι έργο του Hooper

    Ο σκηνοθέτης του The King’s Speech μεταφέρει άψογα, όχι απλά την ατμόσφαιρα αλλά ακόμα και τη μυρωδιά (η οποία μόνο ως ευωδία δεν μπορείς να την περιγράψεις) του Παρισιού της εποχής, αλλά και της τότε Γαλλίας γενικότερα. 

    Έστω και αν «πατάει» στη νουβέλα του Ουγκό, είναι άδικο να μην χρεωθεί στον Hooper, η άψογη περιγραφή της περιρρέουσας ατμόσφαιρας. 
    Σχεδόν αψεγάδιαστη σκηνοθεσία, με τρομερή εικόνα και ιδιαίτερη βάση στους συμβολισμούς.

    Η υποψηφιότητα για Όσκαρ σίγουρα δεν έρχεται από το πουθενά. 

    Εξαιρετική σκηνοθετικά δουλειά, ικανοποιητικές ερμηνείες στο σύνολο τους με προεξέχουσα αυτή του Jackman, τέλεια αποτύπωση της σκοτεινής εποχής που τόσο γλαφυρά παρουσιάζει ο Ουγκό και μερικά απίστευτα κομμάτια μιούζικαλ.

    Η παράταιρη (σε σχέση με το σύνολο) - φωνητικά κυρίως - ερμηνεία του Crowe, η μεγάλη διάρκεια και το συνεχές τραγουδιστικό ύφος λογίζονται στα αρνητικά, τα οποία με λίγη καλή θέληση πάντως ξεπερνιούνται.


    Στις αίθουσες από 14 Φεβρουαρίου.
    Les Miserables trailer από FilmBoy-gr
    • ΜΗ ΞΕΧΑΣΕΙΣ ΝΑ ΣΧΟΛΙΑΣΕΙΣ
    • Facebook Comments
    Item Reviewed: Review: Οι Άθλιοι - Les Miserables Rating: 5 Reviewed By: Konstantinos
    Scroll to Top