• Latest News

    Τετάρτη, 22 Μαΐου 2019

    Κριτική: Να Φύγετε! - Go Home - A casa loro (2018)


    Να φύγετε. Να πάτε αλλού”. 
    Τα ζόμπι μιλάνε για τον φασισμό και τη μετανάστευση.

    Το νερό βαθαίνει όταν χρειάζεται να σταθεί” (ρητό στην αρχή της ταινίας)

    Με πρόσκληση που μου χάρισε το “Fantasmagoria”, το μεγαλύτερο Φεστιβάλ για τις Τέχνες του Φανταστικού στη Βόρειο Ελλάδα (να τα λέμε αυτά), επέλεξα να παρακολουθήσω, σε πανελλήνια πρεμιέρα στο 6ο Διεθνές Φεστιβάλ  Κινηματογράφου “Horrorant”, την ιταλική ταινία με ζόμπι του 2018 με τίτλο “Go Home” ή “Να φύγετε. Να πάτε αλλού” όπως έλεγε και η εμπνευσμένη εκείνη διαφήμιση που διακωμώδησε προφητικά την αρχική αντίδραση των Ελλήνων στο μεταναστευτικό τσουνάμι. 
    Και όπως συνηθίζω να λέω: “με τα ζόμπι μπορείς να μιλήσεις για όλα” έτσι και στην ταινία αυτή, η σκηνοθέτιδα Luna Gualano προφυλαγμένη πίσω από τους τοίχους μιας κατάληψης, τοποθετείται πάνω στην άνοδο του νεοφασισμού, τη μεταναστευτική κρίση, το χάσμα των πολιτισμών, τον ανθρώπινο αξιακό κώδικα και πολλά άλλα θέματα. 
    Όμως η πόρτα... “μπάζει”.

     Η αποκάλυψη των ζόμπι ξεσπά αναίτια και απροσδόκητα όπως πάντα και βρίσκει τους νεοφασίστες που διαμαρτύρονται για τη λειτουργία ενός καταυλισμού προσφύγων στην περιοχή τους και τους αναρχικούς  που τους υποστηρίζουν, να συμπλέκονται με βιαιότητα. 
    Σε καμιά περίπτωση όμως τέτοια όπως αυτή που ξεσπάει μόλις μολύνονται αμφότεροι αδιακρίτως ιδεολογίας. 
    Ο Enrico, ο νεαρός ακροδεξιός πρωταγωνιστής, βρίσκει καταφύγιο μέσα στην κατάληψη και γίνεται δεκτός από τους αφρικανούς και άραβες πρόσφυγες και μετανάστες. 

    Θα χρειαστεί να κρύψει τον κέλτικο σταυρό που φοράει (τι θα γινόταν αν είχε τατουάζ όπως ο αρχηγός του;) και είναι ευγενικός και πρόθυμος προς τους νέους του οικοδεσπότες που μοιράζονται μαζί στέγη, τροφή και βάρδιες. 
    Σιωπηλός ηγέτης της κοινότητας ο μεγαλόσωμος Ισμαήλ “από την Αφρική”. 
    Αυτός τον σώζει από βέβαιο θάνατο και τον οδηγεί να κατανοήσει ότι οι άνθρωποι δεν πρέπει να διακρίνονται ανάλογα με τη γλώσσα και το χρώμα, την καταγωγή ή τη θρησκεία τους. 
    Το ταξίδι αυτό της αυτογνωσίας σταματάει απότομα και σε έναν συνταρακτικό επίλογο η μιασματική φασιστική ιδεολογία έρχεται στην επιφάνεια και ο ήρωας της ταινίας θυσιάζει την ψυχή του για να επιβιώσει ελάχιστο μόλις χρόνο πριν η μαύρη Νέμεσις επιπέσει πάνω του.

    Σκηνικό όλης της ταινίας η αυλή και το κτίριο της κατάληψης που όμως δεν την κάνει να ασφυκτιά με την έξυπνη χρήση και κινηματογράφηση των χώρων που δείχνουν ευρύχωροι αν και δυστυχώς γεμάτοι πιθανές εισόδους. 
    Οι αρχικές σκηνές ντυμένες με υπέροχη μουσική, θυμίζουν τα πλάνα από τα πυκνοκατοικημένα συγκροτήματα της Νάπολης στη συναρπαστική μαφιόζικη σειρά “Gommora”. 
    Όλη τη θεωρητική θεμελίωση της νεοφασιστικής ιδεολογίας που κρίνεται (και καταδικάζεται) στην ταινία, διατυπώνεται στη συνέντευξη του αρχηγού στην τηλεόραση από τον χώρο της διαδήλωσης καθώς και από τα συνθήματα στα πλακάτ: “AGLI ITALIANI” (Πρώτα οι Ιταλοί). 
    Η θέση αυτή δοκιμάζεται στο έργο. 

    Όποιος όμως ακούσει τον αρχηγό της φράξιας να ξεχωρίζει τους όρους “λαθρομετανάστες” (που απαγορεύσαμε στην Ελλάδα λες και μπορούμε να απαγορεύσουμε τη ζωή μιας λέξης) και “transitati” και να στηρίζει την επιχειρηματολογία του στην αύξηση της εγκληματικότητας και την ανεργία των Ιταλών θα αργήσει να τον καταδικάσει και μόνο αφού δει τους μετανάστες, που όπως όλοι οι άνθρωποι, αγαπούν τα παιδιά τους και τα αδέλφια τους, νοσταλγούν την πατρίδα τους, μοιράζονται το φαγητό τους και έχουν τόσα άλλα κοινά χαρακτηριστικά με τους Ευρωπαίους. 
    Ο Ενρίκο που χάνει κοπέλα και συναγωνιστές μέσα σε μερικά λεπτά μας είναι συμπαθής. 

    Διαπιστώνει ότι οι άνθρωποι είναι ίδιοι παντού αλλά τα εμπόδια για την κατανόησή τους είναι πολλά όπως η γλώσσα (οι μετανάστες μπορεί να μιλούν καλύτερα αγγλικά οπότε και πάλι η παιδεία και η μόρφωση είναι εργαλεία πολύτιμα για τη σύγκλιση). 
    Η ευγένεια υποχωρεί όταν το φαγητό τελειώνει και η καχυποψία στρέφεται στον Ιταλό, που σκέφτεται πως και οι ομοϊδεάτες του θεώρησαν πως για την ανεργία, δηλαδή το φαγητό,φταίνε οι ξένοι.

    Το κλειδί της συνεννόησης το κρατάει ο Ισμαήλ που προτιμάει τη σιωπή όταν οι γλώσσες δεν σε βοηθούν να μιλήσεις, τη δράση και τη βοήθεια στον άλλο, όταν αυτός παγώνει και δεν μπορεί να αντιδράσει, όταν διαλέγει να σώσει το μέλλον, που είναι το παιδί, και τέλος όταν επιλέγει τη θυσία κρίνοντας ότι τα νιάτα αξίζουν μια δεύτερη ευκαιρία αλλά και την τιμωρία όταν απογοητεύεται από τη λάθος εκτίμηση της ανθρώπινης φύσης που έκανε. 


    Η ταινία είναι γεμάτη διλήμματα  και επιλογές που μας καλεί να κάνουμε και εμείς: Να κρατήσουμε την κονσέρβα με τα φασόλια για το παιδί, όπως η Σάρα, να δώσουμε τα αντιβιοτικά στον αδελφό μας, να ανοίξουμε την πόρτα στον καταδιωκόμενο ή να αφήσουμε να τον κατασπαράξουν τα ζόμπι; 
    Η φωνή της λογικής, που όμως δεν στερείται ανθρωπισμού, και συγχρόνως η κωμική μορφή μέσα στον ζοφερό αυτό κόσμο, είναι ο Φαραχάν, ένα “avatar” μας που έχει δει το “Walking Dead” και ξέρει πως αντιμετωπίζονται τα ζόμπι. 
    Με τρόμο σκέφτομαι, αλήθεια, τι θα συμβεί στην Ελλάδα όπου απαγορεύεται η οπλοκατοχή (αλλά αυτό είναι άλλο θέμα). 
    Οι Αμερικάνοι θα είναι οπλισμένοι στην Αποκάλυψη κι ας εκπαιδεύονται οι ψυχασθενείς τους στα κολέγια τους. 
    Εδώ ίσως η λύση είναι οι κυνηγοί και οι Κρητικοί μας. 
              
    Μαγεμένοι με την πορεία μεταμόρφωσης του νεαρού φασίστα που παίζει μπάλα με τον μικρό Αλί, που προβληματίζεται από την ευαισθησία των αλλοδαπών που του θυμίζουν ότι ρίσκαραν την ζωή τους όταν του άνοιξαν την πόρτα, ο Ενρίκο εξανθρωπίζεται. 
    Ο Ισμαήλ τον παίρνει από το χέρι για να τον ανεβάσει με την παραδειγματική διδασκαλία του στο ανώτερο σκαλί της εξέλιξης που είναι η θυσία για τον άλλο. 
    Όταν τα ζόμπι εκπορθούν το κτίριο, ο γίγαντας ανοίγει τον δρόμο ανάμεσα στους απέθαντους με το σφυρί του, ως ένας μαύρος Θωρ, και όταν εγκλωβίζονται, σταυρώνεται για τα νιάτα, τον Ενρίκο και τον Αλί, ως άλλος Χριστός.           

    (Ακολουθεί spoiler)
    Στο σημείο αυτό, το κοινό του Φεστιβάλ, ξορκίζει την έκπληξη του και αποτινάσσει τη ντροπή του που “ξεγελάστηκε” από τη θεραπεία της ιδεολογίας του φασισμού και ....γελάει όταν ο Ενρίκο κερδίζει πολύτιμα δευτερόλεπτα πετώντας τον Αλί στα ζόμπι για να φθάσει ασφαλής στην πόρτα της αυλής. 
    Θα σταθεί εκεί χαμογελώντας, ο ίδιος ακριβώς άνθρωπος που ήταν πριν μπει μέσα, ένας πωρωμένος ξενοφοβικός, αδίστακτος Ναζί. 
    Τα μαθήματα ζωής και η θυσία του Ισμαήλ πήγαν χαμένα. 
    Το μέλλον πήγε στράφι. 
    Η θυσία όλων τους και ο θάνατος μακριά από την πατρίδα πήγαν χαμένα. 
    Ο κατασπαραγμένος Ισμαήλ σέρνει τα βήματα του στην έξοδο και τιμωρεί τον Ενρίκο γιατί εάν επιζήσει η κακότητα δεν υπάρχει κανένα μέλλον. 
    Όλα αυτά τα σκέφτηκε ο γίγαντας σε μια υποβλητική εικόνα όπου στέκονταν συλλογισμένος στην οροφή του κτιρίου και παρακολουθούσε τα ζόμπι στην αυλή. 
    Καλύτερα κανένα μέλλον παρά ένα απάνθρωπο στο οποίο ίσως επιζήσει το είδος μας αλλά όχι ο Άνθρωπος”. 
    Στη συγκλονιστική τελική σκηνή ο ετοιμοθάνατος Ιμπραήμ κλαίει για το ατελέσφορο της θυσίας του και την τελευταία φτυαριά στο μέλλον. 
    Το σοκ της κατασπάραξης του Αλί διαδέχεται η θλίψη της καταστροφής του κόσμου.
    Φεύγουμε από την αίθουσα λυπημένοι.

    Η χρήση διαφορετικών γλωσσών (ιταλικά, αγγλικά, αραβικά και κάποια αφρικάνικη γλώσσα), οι εμφανίσεις των προκαταλήψεων (ο βιολόγος Χαλέντ που γίνεται τελικά ζόμπι δεν δέχεται να τον αγγίξει μια γυναίκα) κάνουν όλο το ταξίδι του Ενρίκο συναρπαστικό. 
    Η μουσική επίσης που εναλλάσσεται από ιταλικές μπαλάντες σε αφρικάνικα τραγούδια είναι μαγευτική. 
    Η προκατάληψη όμως και τα στερεότυπα είναι και εδώ πανίσχυρα, πιθανόν όμως  και η γενεσιουργός αιτία για την οποία κάποιος κάνει μια ταινία. 
    Έτσι το όμορφο τραγούδι για την αναρχία είναι “στρατευμένο” στην ιδεολογία του σκηνοθέτη και φαίνεται πως χειραγωγεί τον θεατή. 
    Το ίδιο (κάνοντας τον “συνήγορο του διαβόλου”) μπορεί να θεωρηθεί πως κάνει και το σενάριο καθώς ο δημιουργός αποφαίνεται πως η επίδραση των νεοφασιστικών ιδεών στην ψυχοσύνθεση του ατόμου είναι μη αναστρέψιμη και ο άνθρωπος που τις αποδέχθηκε δεν μπορεί να συνέλθει ποτέ ξανά. 

    Ο φασισμός για την Gualano είναι τρομερή έξη και εθισμός ακατανίκητος, από τον οποίο δεν απελευθερώνεται ποτέ κανείς όσο ισχυρά μαθήματα και αν πάρει. 
    Αυτό φυσικά, κατά την άποψή μου, δεν ισχύει για καμιά ιδεολογία και δεν μπορούμε να ακυρώσουμε την καταλυτική δύναμη της παιδείας να εξανθρωπίζει τους πάντες. 
    Γιατί εάν ισχύει αυτό, τότε έχουμε χάσει την πίστη μας στον Άνθρωπο. 
    Και σαν τον Ισμαήλ δικαιούμαστε να θρηνήσουμε το μέλλον του στη Γη. 
    Όμως δεν θα το κάνουμε. 
    Θα βγούμε έξω στην αυλή και θα παλέψουμε. 

    Ιωάννης Μπαχάς, Zombologist


    • ΜΗ ΞΕΧΑΣΕΙΣ ΝΑ ΣΧΟΛΙΑΣΕΙΣ
    • Facebook Comments
    Item Reviewed: Κριτική: Να Φύγετε! - Go Home - A casa loro (2018) Rating: 5 Reviewed By: Konstantinos
    Scroll to Top