• Latest News

    Παρασκευή, 29 Δεκεμβρίου 2017

    Κριτική: Jailbreak (2017)




    Η αλήθεια είναι πως η πεποίθηση που έχουν πολλοί πως οι χώρες της ΝΑ Ασίας βγάζουν συνεχώς ταινίες πολεμικών τεχνών, δεν ισχύει, ιδιαίτερα από την στιγμή που οι εταιρίες του Χονγκ Κονγκ, όπως η Golden Harvest και Shaw Brothers χρεοκόπησαν. 

    Ενίοτε όμως, μια σειρά από ταινίες του είδους κάνουν την εμφάνισή τους σχετικά κοντά η μία me την άλλη, με το φαινόμενο να παρατηρείται την τελευταία δεκαετία σε χώρες όπως η Ταϊλάνδη [Ong Bak (νούμερο 2 στις 10 Καλύτερες Ασιατικές Ταινίες Πολεμικών Τεχνών)] και η Ινδονησία (The Raid, Headshot), αν και δύσκολα θα μπορούσε να τις χαρακτηρίσει κάποιος αμιγώς γηγενείς παραγωγές, μιας και οι Ευρωπαίοι/Αμερικάνοι που εμπλέκονται είναι τουλάχιστον όσοι και οι ντόπιοι. 
    Το Καμποτζιανό  «Jailbreak» έρχεται να επιβεβαιώσει τον κανόνα.

    Τρεις Καμποτζιανοί αστυνομικοί, η Dara, ο Tharoth, και ο Sucheat, και ένας Γάλλος, ο Jean Paul συνοδεύουν έναν μαφιόζο γνωστό ως Playboy, ο οποίος θεωρείται ως ο αρχηγός της διαβόητης συμμορίας Butterfly σε μία φυλακή υψίστης ασφαλείας. 
    Η αποστολή μοιάζει εύκολη, αλλά οι τέσσερις αστυνομικοί βρίσκονται ξαφνικά εν μέσω μιας εξέγερσης στην φυλακή, την οποία έχει οργανώσει η Madame Butterfly, η πραγματική αρχηγός της προαναφερθείσας συμμορίας, για να εμποδίσει τον Playboy από το να δώσει πληροφορίες στις Αρχές.

    Πλέον, οι τέσσερις τους πρέπει να παλέψουν για την ζωή τους εναντίον του Bolo, τον αρχηγό της εξέγερσης, δεκάδες κρατουμένων και δύο τροφίμους που θεωρούνται κτήνη, τους Suicide και Cannibal, καθώς και η Madame Butterfly και η ομάδα της από σέξι δολοφόνους με σπαθιά κάποια στιγμή μπλέκεται στην μάχη.

    Ο Jimmy Henderson παρουσιάζει έναν χαρακτηριστικό συνδυασμό exploitation, πολεμικών τεχνών και αισθητικής b-movie, η οποία, επιτέλους για την κατηγορία, δεν περιέχει καθόλου δράμα, ρομάντζο ή οποιαδήποτε προσπάθεια να δοθεί βάθος σε ένα είδος το οποίο οποία ανθίζει υπό την έλλειψή του.

    Σε αυτό το πλαίσιο, ο Henderson κάνει ακριβώς ότι απαιτεί η κατηγορία. 
    Συστήνει μια σειρά από καλούς και κακούς με ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά, και τους αφήνει να σκοτωθούν μεταξύ τους μέσω συνεχόμενων σκηνών δράσης. 
    Οι τέσσερις αρχηγοί των κακών προσωποποιούν αυτήν την τάση με τον πλέον εύγλωττο τρόπο: ο  Cannibal, του οποίου το όνομα δηλώνει την ανθρωποφαγική φύση του, ο Suicide, ένας μαύρος εξπέρ των πολεμικών τεχνών, ο Bolo, ένας μαχητής του δρόμου με τεράστια δύναμη και τέλος, η Madame Butterfly, μία εξπέρ της κατάνα.

    Οι μονομαχίες των τεσσάρων με τους αστυνομικούς, οι οποίοι χρησιμοποιούν μια Καμποτζιανή τεχνική εν ονόματι Bokator, είναι οι πιο εντυπωσιακές στην ταινία, μαζί με εκείνες που οι τέσσερις αντιμετωπίζουν δεκάδες κρατουμένων, οι περισσότεροι των οποίων φαίνεται να γνωρίζουν πολεμικές τέχνες, σε ακόμα ένα b-movie χαρακτηριστικό.


    Ακόμα ένα στοιχείο που απόλαυσα είναι το ότι οι τέσσερις πρωταγωνιστές δεν μένουν άφθαρτοι σε κανένα σημείο, μιας και δέχονται πλειάδα χτυπημάτων, σε σημείο που ενίοτε καταλήγουν αναίσθητοι. 
    Σε αυτό το πλαίσιο, το τέλος της ταινίας αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο για μία συνέχεια.

    Ακόμα ένα πλεονέκτημα της σκηνοθεσίας είναι το «χτίσιμο» της δράσης, το οποίο ξεκινά όσο πιο βασικά γίνεται, αλλά γίνεται όλο και περισσότερο βίαιο, ακόμα και αιματοβαμμένο, όπως εκτυλίσσεται η ιστορία. 
    Επιπλέον, υφίσταται και μία αίσθηση κάπως χυδαίου, αλλά άκρως ταιριαστού χιούμορ που ελαφρύνει κάπως την ατμόσφαιρα, δίνοντας στο φιλμ και μια αισθητική κόμικ. 
    Τέλος, και όπως πρέπει, η ταινία στο τέλος παρουσιάζει «γκάφες» και πραγματικό υλικό από τα γυρίσματα.

    Ο Godefroy Ryckwaert κάνει εξαιρετική δουλειά στην φωτογραφία, καθώς παρουσιάζει ένα κολασμένο και κλειστοφοβικό περιβάλλον μέσα στη φυλακή, ενώ οι περισσότερες σκηνές δράσης είναι εντυπωσιακά κινηματογραφημένες. 
    Το μοντάζ είναι εξίσου καλό, με τον Henderson να διατηρεί έναν πολύ γρήγορο ρυθμό σε όλη την διάρκεια της ταινίας. 
    Οι χορογραφίες μάχης των Dara Our και Jean Paul-ly είναι κάτι περισσότερο από εντυπωσιακές, περιλαμβάνοντας, πέρα από το Bokalor, και μια σειρά ελεύθερων τεχνικών, οι οποίες αποδίδουν εξαιρετικά στο χάος που επικρατεί.

    Όπως συνήθως στις ταινίες του είδους, οι ερμηνείες εξυπηρετούν την δράση. 
    Από την άλλη, η δουλειά που έχει γίνει στην επιλογή τους είναι εξαιρετική, μιας και περιλαμβάνει ηθοποιούς που εκτείνονται από πρώην πορνοστάρ (Celine Tran aka Katsuni) σε γυναίκες πρωταθλήτριες του MMA (Tharoth Sam).
    Το ίδιο ισχύει και για τους ηθοποιούς που υποδύονται τους υπόλοιπους κακούς, Sisowath Siriwudd ως BoloLaw Plancel ως Suicide και Eh Phoutong ως Cannibal.

    Το «Jailbreak» είναι μια εντυπωσιακή ταινία δράσης, σε ένα αυθεντικό στυλ χωρίς παρεκτροπές, το οποίο μου θύμισε το παλαιότερο «Riki Oh», αν και λιγότερο splatter. 
    Οι οπαδοί όλου του εύρους του exploitation είναι δεδομένο πως θα το λατρέψουν.

    Παναγιώτης Κοτζαθανάσης.


    • ΜΗ ΞΕΧΑΣΕΙΣ ΝΑ ΣΧΟΛΙΑΣΕΙΣ
    • Facebook Comments
    Item Reviewed: Κριτική: Jailbreak (2017) Rating: 5 Reviewed By: Panos Kotzathanasis
    Scroll to Top