• Latest News

    Σάββατο, 18 Οκτωβρίου 2014

    Περί Φιλ(μ)οσοφίας: Ο David Cronenberg και το βάρος των λέξεων και των εικόνων


    Δεύτερο μέρος της ενότητας  για γνωστές και αμφιλεγόμενες ταινίες και σήμερα σειρά έχει μια ταινία που μας καλεί να ζυγίσουμε ...το βάρος των λέξεων και των εικόνων. 
    Ο λόγος  για το Cosmopolis (2012), του David Cronenberg.

    O 28χρονος Έρικ Πάρκερ (Robert Pattinson), διασχίζει το Μανχάταν με την λιμουζίνα του για να πάει να κουρευτεί στο παλιό κουρείο του πατέρα του. 

    Την ίδια στιγμή, η ισοτιμία του γιέν ανεβαίνει ανεξέλεγκτα, γκρεμίζοντας μέσα σε λίγες ώρες όλες τις επενδύσεις του Παρκερ, την ίδια ώρα που στους δρόμους της Νέας Υόρκης ξεσπούν αναταραχές και οδομαχίες.

    O Cronenberg μοιάζει στα δικά μου μάτια πως αποφάσισε να σκηνοθετήσει ψυχρά, άνευρα και δίχως συναισθηματική συμμετοχή, την καθημερινότητα ενός πολυεκατομμυριούχου που ζώντας στην κάψουλα-φρούριο-λιμουζίνα του, μιλά και συμπεριφέρεται σαν ανδροειδές, παραμένει σχεδόν πάντα ανέκφραστος, απορροφημένος από τα νούμερα, τα ποσοστά και τους δείκτες που γεμίζουν τις γαλάζιες οθόνες. 

    Και πέτυχε διάνα. 
    Θα μπορούσαμε να πούμε ότι χτίζει εν μέρει ένα δράμα δωματίου (λιμουζίνας) στηριζόμενος στην σύγκρουση ανάμεσα στα όσα συμβαίνουν εντός της λιμουζίνας και στα όσα συμβαίνουν εκτός αυτής (διαδηλώσεις, εκρήξεις, οδομαχίες). 

    Και πράγματι ως ένα βαθμό αυτό κάνει, καθώς όσα παρακολουθούμε μέσα από τα παράθυρα της λιμουζίνας, παραμένουν κατά βάση "εκτός κάδρου" για τον Παρκερ, εκτός ενδιαφέροντος για τον ίδιο και τη ζωή του ως κροίσου.

    Αν ο στόχος του ήταν να κάνει τη σκηνοθεσία του να περάσει απαρατήρητη, ώστε να δώσει χώρο και χρόνο στους ατέλειωτους διαλόγους και μονολόγους που απαρτίζουν την ταινία να ξεδιπλωθούν, τότε επίσης έπραξε σωστά. 

    Η σκηνοθεσία του – διατηρώντας συγκρατημένα το στίγμα της - «υποκλίνεται» και παραδίδεται στον συγγραφικό λόγο του Ντελίλο

    Έλα όμως που αυτό, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι .. κινηματογραφικό σινεμά. 

    Ή αν είναι, τότε η σκέψη, τα νοήματα, τα (χιλιοειπωμένα είναι η αλήθεια) σχόλια για την πραγματικότητα του καπιταλισμού και του χρήματος, περιορίζονται σχεδόν αποκλειστικά στους διαλόγους και όχι στη σκηνοθετική ματιά, όχι σε κάποια δραματουργική κορύφωση (που ίσως θα λέγαμε ότι υπάρχει ή πάει να γεννηθεί στην τελευταία πράξη, όταν ο πρωταγωνιστής αποφασίζει να αφήσει το φρούριο του και να τα βάλει με τον πρώην υπάλληλό του που θέλει να τον σκοτώσει, αν και προσωπικά νομίζω ότι εκεί το πράγμα ξεχειλώνει επικίνδυνα).


    Οι σκηνές διαδέχονται η μια την άλλη χωρίς να είναι πάντα φανερή η σύνδεση μεταξύ τους (αλλά αυτό έχει ξαναγίνει σε ταινίες του Cronenberg), οι μονόλογοι είναι τόσο απλωμένοι που υπάρχουν στιγμές όπου δυσκολεύεσαι ακόμα και να παρακολουθήσεις διανοητικά όλες αυτές τις υπαρξιακές-φιλοσοφικές διαλέξεις.

    Προς τί τόση φλυαρία αν δεν υπάρχουν κινηματογραφικά στοιχεία που θα στηρίξουν ή και θα προωθήσουν την προβληματική της ταινίας;  

    Το Cosmopolis πάσχει οπτικά, του λείπουν οι εικόνες. 
    Δεν του λείπουν τα σχόλια, ούτε οι συμβολισμοί. 

    H αντίθεση ανάμεσα στο υπερπολυτελές εσωτερικό της λιμουζίνας (που καδράρεται σταθερά από μια κάμερα στο πίσω μέρος του εσωτερικού του αυτοκινήτου, ψηλά στην οροφή, ώστε ο χώρος να διατηρεί κάθε στιγμή την γεωμετρική του αναλογία και ισορροπία)  και το εγκαταλελειμμένο κτίριο, όπου συναντά τον πρώην υπάλληλό του, είναι εκεί. 

    Η αντίθεση ανάμεσα στο ψυχρό γαλάζιο χρώμα του κόσμο του Πάρκερ και το πορτοκαλί πιο θερμό και ζωντανό χρώμα της τελευταίας σκηνής -του έξω κόσμου- είναι εκεί. 

    Η πεντακάθαρη (αποστειρωμένη) λιμουζίνα που μετατρέπεται σε καμβά έργου τέχνης του δρόμου - σαν ένα γκράφιτι οργής- ευνή επίσης εκεί.  

    Αυτά είναι λεπτομέριες - σχόλια που συμπληρώνουν και τονίζουν συγκρατημένα το θέμα της ταινίας.
     

    Όμως, για μένα, είναι πινελιές που αφορούν την επιφάνεια των εικόνων και όχι το βάθος τους. 

    Γιατί εκεί τα πράγματα είναι κατειλημμένα από τον λόγο του Don Delillo
    Άλλα αν στον κινηματογράφο ένα από τα ζητούμενα είναι το "μια εικόνα, χίλιες λέξεις", αν το ζητούμενο είναι να φανερωθούν οπτικά σκέψεις, εντάσεις, συναισθήματα, ποιότητες, νοήματα, τότε στην ταινία του Cronenberg η παραπάνω φράση δηλώνει μάλλον την αναλογία μεταξύ του οπτικού και του λεκτικού μέρους της: για κάθε μια εικόνα αντιστοιχούν χίλιες λέξεις, και αυτό καθιστά για πολλούς την ταινία φλύαρη και κουραστική, και από ένα σημείο και μετά αντικινηματογραφική.

    Την επόμενη φορά, στο τρίτο μέρος της ενότητας, ασχολούμαστε με έναν σκηνοθέτη που θα μπορούσε να είναι ο ορισμός του αμφιλεγόμενου:  Lars von Trier.


    Γιώργος Παυλίδης.

    • ΜΗ ΞΕΧΑΣΕΙΣ ΝΑ ΣΧΟΛΙΑΣΕΙΣ
    • Facebook Comments
    Item Reviewed: Περί Φιλ(μ)οσοφίας: Ο David Cronenberg και το βάρος των λέξεων και των εικόνων Rating: 5 Reviewed By: Konstantinos
    Scroll to Top