• Latest News

    Review: Παπαδόπουλος & Σια - Papadopoulos and Sons


     
    Γράφει ο Κωνσταντίνος Παναγιώτου.

    Όταν η οικονομική κρίση, η οποία έχει σαν προπύργιο της την Ελλάδα, εμπνέει τους καλλιτέχνες, προκύπτουν ταινίες όπως το Παπαδόπουλος και σία.

    Ένα έργο αφιερωμένο στον Έλληνα και στη στάση του απέναντι στα ζοφερά πεπραγμένα που βιώνει-ουμε.

    Το μπρίο και η τσαχπινιά του Σπύρου Παπαδόπουλου (Γιώργος Χωραφάς), του κατά τα άλλα «μαύρου πρόβατου» της ομώνυμης οικογένειας, συμβολίζουν το μέσο Έλληνα, που παρά τις αντιξοότητες συνεχίζει να τραγουδάει, να χορεύει και φυσικά να τρώει μαζί με την οικογένεια του, ζώντας στιγμές που στα μάτια κάποιων μπορεί να φαντάζουν εξωφρενικές εν μέσω κρίσης αλλά στα δικά μας μοιάζουν απλά λογικές.

    Η νέα διεθνή παραγωγή με πρωταγωνιστή τον επιτυχημένο ηθοποιό Γιώργο Χωραφά και σκηνοθέτη τον Ελληνο-Κύπριο Μάρκο Μάρκου, «μυρίζει» από παντού Ελλάδα. 




    Μολονότι τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν στο Λονδίνο, θα μπορούσε να ορκιστεί κανείς πως κάλλιστα έχει δει το συνεργείο να τραβάει πλάνα από την Αθήνα μέχρι το μικρότερο ελληνικό οικισμό.

    Τόσο εμποτισμένη με τον ελληνικό τρόπο ζωής και κυρίως με το θεσμό της οικογένειας, φαινόμενο το οποίο συναντάται δύσκολα σε άλλες χώρες, είναι η ταινία που μας κάνει να αναλογιστούμε το γιορτινό τραπέζι των Χριστουγέννων με τους δικούς μας σε συνδυασμό με τη μοναξιά που (ίσως) νιώθει εκείνος ο μακρινός θείος ή ξάδερφος (όλοι έχουμε έναν τέτοιο) στην Αμερική, στη Γερμανία, στην Αυστραλία, στην Αγγλία.

    Μοναξιά, η οποία δεν πηγάζει από την έλλειψη επικοινωνίας με συντοπίτες του, ίσα-ίσα οι περισσότεροι Έλληνες μετανάστες έχουν αφομοιωθεί πλήρως στο ντόπιο πληθυσμό, αλλά από την απομάκρυνση από τη ζεστασιά που προσφέρει ο τρόπος ζωής στην πατρίδα μας.

    Πάρτε για παράδειγμα, τον πρωταγωνιστή της υπόθεσης μας, τον Harry Παπαδόπουλο (Stephen Dillane, Perfect Sense). 



    Ο εν λόγω κύριος είναι ένας αυτό-δημιούργητος, απόλυτα επιτυχημένος επιχειρηματίας (στην πρώτη σκηνή του έργου τον παρατηρούμε μάλιστα να παραλαμβάνει το βραβείο του επιχειρηματία της χρονιάς), ο οποίος δεν στερεί τίποτα από τον εαυτό του και τα παιδιά του.

    Έχει ασπαστεί πλήρως τον άγγλο-αμερικάνικο τρόπο ζωής, τουτέστιν συνεχές τρέξιμο, άγχος και δάνεια επί δανείων, ενώ και οι «σπόροι» του δεν πάνε πίσω.


    Ο «Βενιαμίν» της οικογένειας, Theo (Thomas Underhill), είναι ένα nerd των οικονομικών που ασχολείται συνέχεια με αγοροπωλησίες μετοχών ενώ η Katie (Georgia Chroome), μία καλόκαρδη κοπέλα αλλά επηρεασμένη τόσο πολύ από κοινωνικά πρότυπα και είδωλα της εποχής που καταντάει εκνευριστική ενώ ασπάζεται ευκολότατα τον χαρακτηρισμό: «αγγλίδα ελληνικής κοπής», με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

    Ο μεγάλος γιος, ο James (Frank Dillane, Harry Potter and the Half-Blood Prince)  είναι ίσως ο μόνος φυσιολογικός Παπαδόπουλος μιας και ασχολείται με πιο γήινα πράγματα. 


    Και όταν λέμε «γήινα» το εννοούμε μέχρι κεραίας καθώς «τρώει» τα μάτια και τα χέρια του πάνω από τα αγαπημένα του φυτά.

    Την οικεία Παπαδοπούλου συμπληρώνει η νταντά , η κυρία Parrington (Selina Cadell, Hereafter) ενώ λόγος για το έτερο μέλος της, Σπύρο (Γιώργος Χωραφάς) δεν μπορεί να γίνει λόγος ακόμα αφού – χρονολογικά στη ταινία - δεν έχει έρθει ακόμα στο προσκήνιο (υπομονή, θα συμβεί και αυτό).

    Και ενώ όλα βαίνουν καλώς για τους Παπαδόπουλους έρχεται εκείνη η άτιμη, η μητέρα όλων των κακών, η πανούκλα των καιρών μας, η κρίση για να θέσει ένα τέλος στη ζωή χαρισάμενη των ηρώων μας.

    Τα χρέη πνίγουν την επιχείρηση του Harry, ο οποίος τελικά χάνει όλα τα περιουσιακά του στοιχεία. 


    Έτσι λοιπόν, ο πάλαι ποτέ επιχειρηματίας της χρονιάς καταλήγει στο δρόμο μαζί με τα παιδιά του και τη νταντά.


    Η μόνη διέξοδος ακούει στο όνομα: Σπύρος. 
    Το «μαύρο πρόβατο», όπως είπαμε και παραπάνω, της οικογένειας, αποτελεί πλέον τη μοναδική σανίδα σωτηρίας στο φουρτουνιασμένο ωκεανό της οικονομικής κρίσης.

    Τα πρώτα δειλά βήματα επαναπροσέγγισης του Σπύρου με την οικογένεια του – και το αντίθετο - λαμβάνουν χώρα στη συνέχεια ενώ τίθεται επί τάπητος και το σχέδιο της οικονομικής σωτηρίας.

    Το παλιό μαγαζάκι του Σπύρου, που πουλούσε fish and chips (με άλλα λόγια ψαροταβέρνα αγγλικού τύπου), με την ονομασία «Τα Τρία Αδέρφια», ετοιμάζεται να αναγεννηθεί από τις στάχτες του, προκειμένου να φιλοξενήσει τα γκρεμισμένα όνειρα και τις ανεκπλήρωτες φιλοδοξίες της οικογένειας.

    Η εξέλιξη μοιάζει σχετικά προφανής. 

    Ο Harry αρχίζει να αποδιώχνει το άγχος που μέχρι τότε τον κατέτρωγε, ο Σπύρος ξαναβρίσκει την οικογενειακή γαλήνη, που είχε απολέσει ενώ τα παιδιά ξεκινούν μία νέα ζωή υπό «μεσογειακούς» πλέον ρυθμούς.

    Φευ όμως. 

    Ο Μάρκου αποφασίζει να μην μας τα δώσει όλα στο πιάτο και έτσι αρχίζει να ποντάρει σε κάποια μοτίβα προκειμένου να δώσει συνέχεια στην ιστορία.

    Μοτίβο πρώτο: 

    Η εμμονή του Harry με την προηγούμενη ζωή του. 

    Η δυσκολία (και άρνηση του ίσως) να απογαλακτιστεί από το σύγχρονο τρόπο ζωής και τους καταιγιστικούς ρυθμούς του και να μετοικήσει στη ζεστασιά που μπορεί να προσφέρει η οικογένεια.

    Μοτίβο δεύτερο: 

    Το ψυχογράφημα του Σπύρου. 

    Έχει φτάσει η ώρα, ύστερα από χρόνια απομάκρυνσης και έπειτα από συνεχείς προσπάθειες «κουκούλωσης» των συναισθημάτων του, να προσεγγίσει τον αδελφό του. 
    Να τον ξαναπλησιάσει, να τον ξαναγνωρίσει. 


    Μάλιστα, είχαμε τη τύχη να απολαύσουμε και μία εξαίσια σκηνή μέσα στο βαν του Σπύρου, όπου αποκαλύπτεται το μυστικό πίσω από την ονομασία του μαγαζιού αλλά και την προϊστορία των μελών της οικογένειας Παπαδοπούλου.

    Μοτίβο τρίτο: 

    Τα παιδιά. 
    Ο James, η Kaitie και ο Theo. 

    Διαφορετικοί χαρακτήρες όλοι τους αλλά απόλυτα ίδιοι στο θέμα της «δίψας» για οικογενειακή θαλπωρή. 
    Τέτοια δεν γνώρισαν ποτέ άλλωστε. 

    Μέσω της κρίσης και των συμπαρομαρτούντων της, καταφέρνουν να οικοδομήσουν εκείνες τις πτυχές του εαυτού τους, που η άλλη καθημερινότητα, εκείνη που βίωναν μέχρι τότε, κρατούσε «παγωμένές».

    Μοτίβο τέταρτο: 

    Οι Τούρκοι. 

    Κατά τραγική ειρωνεία ένα τούρκικο κεμπαμπτζίδικο συνορεύει με τα «Τρία Αδέρφια». 

    Ο όρος τραγική ειρωνεία είναι «φτιαχτός» βέβαια από τη στιγμή που ο Μάρκος Μάρκου επέλεξε σκόπιμα να βαφτίσει το δρόμο που χωρίζει τα δύο μαγαζιά: «Μεσόγειο» και έτσι να παραλληλίσει τις σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας με την κόντρα και την αντιπαλότητα αλλά παράλληλα και τις τρανταχτές ομοιότητες στο χαρακτήρα και στη ψυχολογία μεταξύ των «Τριών αδερφών» και του κεμπαμπτζίδικου.

    Εννοείται βέβαια πως υπάρχουν κι άλλα. 

    Για παράδειγμα, η σχέση και η ψυχολογία των δικηγόρων που έχουν αναλάβει την υπόθεση εξαγοράς της χρεοκοπημένης εταιρείας του Harry. 

    Από τη μία, στυγνός Rob (Ed Stoppard), ο οποίος ενσαρκώνει απίστευτα πειστικά το απάνθρωπο πρότυπο των στελεχών μεγάλων δικηγορικών γραφείων. 


    Και από την άλλη η Sophie (Cosima Shaw), που σαν τυφλός που ξαναβρίσκει το φως του ανακαλύπτει πως εκτός της κανιβαλιστικής καθημερινότητας που έχει γνωρίσει μέχρι τώρα, υπάρχει και άλλη μία. 

    Μία καθημερινότητα, η οποία μπορεί να ενσαρκώσει όλες εκείνες τις αξίες που έχουν από καιρό ξεχαστεί. 
    Αγάπη, κατανόηση, υπομονή, ειλικρίνεια, οικογένεια.

    Το όλο concept φαίνεται πως αρχικά επικεντρώνεται στην κρίση και στα όσα - αναπάντεχα - καλά μπορούμε τελικά να εξάγουμε από αυτή. 

    Η συνέχεια του Papadopoulos and Sons έδειξε παρ όλα αυτά πως το ζητούμενο ήταν ακόμα πιο βαθύ.

    Η ανάγκη της αλλαγής του σαρκίου του σύγχρονου πολίτη του κόσμου.

    Και ενώ αυτό θα μπορούσε να είναι το τεράστιο όπλο της ταινίας, καταλήγει να λειτουργεί ως αρνητικό στοιχείο της.

    Δεν μας «χάλασε» ούτε η εφαρμογή στην πράξη των όσων έφερναν βόλτα στο μυαλό του Μάρκου ούτε οι αλληγορίες και οι πάμπολλοι συμβολισμοί του έργου.

    Αυτό που περιμέναμε ήταν ακόμα πιο πολύ βάθος. 

    Μέσα σε εκείνες τις υπόγειες σήραγγες, τις οποίες αν και όλοι γνωρίζουμε πως υπάρχουν, σπάνια τυχαίνει να τις εξερευνήσουμε, εκεί θέλαμε πραγματικά να μας ταξιδέψει η ταινία.

    Το παρήγορο είναι πως η προαναφερθείσα ξενάγηση όντως άρχισε. 

    Και μόνο ο χαρακτήρας του Harry είναι άλλωστε η πύλη αυτής της σήραγγας.

     Ο Harry, ο «χαμένος», ο τόσο σίγουρος για τον εαυτό του και τον προορισμό του, ο επιχειρηματίας, ο ορθολογιστής.

    Η απογοήτευση μας πηγάζει από το γεγονός πως παρατηρήσαμε ενδελεχώς την αφετηρία και το τερματισμό των ψυχικών και συναισθηματικών μεταπτώσεων των πρωταγωνιστών (και επομένως των εαυτών μας) αλλά ρίξαμε μόλις μία φευγαλέα ματιά στο διάστημα που μεσολάβησε ανάμεσα τους.


    Αν παρακάμψουμε πάντως τα προαναφερθέντα και άλλα δύο κοινότοπα στοιχεία: επιχειρηματίας - χάνει τα πάντα - ξεκινάει από το μηδέν - ανακαλύπτει τη χαρά της ζωής και τις γραφικές πλέον καταστάσεις με Έλληνες να χορεύουν συρτάκι στους δρόμους και διάσπαρτα όπα-όπα να ακούγονται από τα πέριξ, μπορούμε να καταλήξουμε στο ότι το Papadopoulos and Sons είναι ένα ικανό γιατροσόφι για τη καταρρακωμένη ψυχολογία του Έλληνα.


    Μία ασπιρίνη που μπορεί να ανακουφίσει τους έντονους πονοκεφάλους που δημιούργησε (και συνεχίζει να δημιουργεί) αυτό το - ντυμένο με χρήματα - τέρας, που κατέκλυσε ξαφνικά τη ζωή του. 

    Ο Έλληνας (στο πρόσωπο του οποίο συνοψίζονται όλοι οι πολίτες του κόσμου βέβαια) μπορεί να αντεπεξέλθει στην όλη κατάσταση αρκεί να θυμηθεί τις ρίζες του.

    Οι παραπάνω αλληγορίες, συμβολισμοί και διδάγματα θα έμεναν λόγια πάντως αν δεν έβαζε το χεράκι του, ο πολύπειρος Γιώργος Χωραφάς


    Ο επιτυχημένος ηθοποιός καταφέρνει να μας παρουσιάσει σε υψηλή ευκρίνεια την εικόνα του Έλληνα (όπως την έχει φανταστεί ο Μάρκου): γλεντζές, κάποιες φορές αφηρημένος, μπολιασμένος με φιλοδοξίες και όνειρα, πεισματάρης αλλά και απόλυτα ανιδιοτελής προς όσους το αξίζουν, προσθέτοντας μάλιστα αρκετές πινελιές χιούμορ και μπρίο στο έργο, πινελιές που πραγματικά του χαρίζουν αυτό το ιδιαίτερο στυλ.

    Δυστυχώς όμως η μεγάλη «πληγή» της ταινίας, την οποία και προαναφέραμε, επηρεάζει και τον ίδιο καθώς του στερεί την ευκαιρία για σοβαρή και βαθιά ενδοσκόπηση.

    Ο όρος «δυστυχώς» χρησιμοποιείται για να εκφράσει το κρίμα της όλης υπόθεσης καθώς ο Χωραφάς έχει αποδείξει αρκετές φορές στο παρελθόν πως είναι εξαίσιος μάστορας ψυχογράφησης και αναπαράστασης των συναισθηματικών μεταπτώσεων χαρακτήρων.

    Το υπόλοιπο cast στάθηκε στο ύψος του, με προεξέχοντα τον Stephen Dillane, που ήταν πραγματικά πειστικότατος και κάποιες στιγμές απολαυστικός.

    Καθόλου άσχημα δεν τα πήγαν και οι Georgia Groome, Frank Dillane, Thomas Underhill και Selina Cadell (ευχάριστη έκπληξη).

    Το Papadopoulos and Sons δεν είναι (και δεν θεωρεί πως είναι) ένας ύμνος στον Έλληνα ή μία «ξερή» έρευνα πάνω στα θετικά που μπορούν να εξαχθούν από τον κυκεώνα της οικονομικής κρίσης.

    Είναι (και πιστεύω ότι θεωρεί πως είναι) ένα συμβολικό έργο, το οποίο ήρθε για να μας θυμίσει πως επιστρέφοντας στην οικογένεια, θα βρούμε ένα ζεστό καταφύγιο από τη τρέλα της καθημερινότητας.

    Στις αίθουσες από 20 Δεκεμβρίου.


     
    Papadopoulos & Sons trailer από FilmBoy-gr
    • ΜΗ ΞΕΧΑΣΕΙΣ ΝΑ ΣΧΟΛΙΑΣΕΙΣ
    • Facebook Comments
    Item Reviewed: Review: Παπαδόπουλος & Σια - Papadopoulos and Sons Rating: 5 Reviewed By: Konstantinos
    Scroll to Top