F Spotlight στον ιταλικό καλτ κινηματογράφο: Συνέντευξη με το σεναριογράφο Dardano Sacchetti - FilmBoy Spotlight στον ιταλικό καλτ κινηματογράφο: Συνέντευξη με το σεναριογράφο Dardano Sacchetti - FilmBoy
  • Latest News

    Spotlight στον ιταλικό καλτ κινηματογράφο: Συνέντευξη με το σεναριογράφο Dardano Sacchetti


    Το όνομά του συνδέεται άμεσα με τις ταινίες τρόμου και το σινεμά του φανταστικού. 
    Όμως, ο σεναριογράφος Ντάρντανο Σακέτι είναι πολλά περισσότερα από αυτό που νομίζουμε για εκείνον. 
    Πρόκειται για έναν πολύπλευρο άνθρωπο με πολλά ενδιαφέροντα, μεγάλη αίσθηση του χιούμορ και απίστευτα αυθόρμητο στις απαντήσεις του. 
    Κατάφερα να μιλήσω μαζί του πριν μερικές μέρες. 
    Ανάμεσα στα διάφορα που συζητήσαμε, μου είπε για το ξεκίνημά του στον κινηματογράφο, έκανε σχολιασμό μερικών ταινιών του και μίλησε για τη διάσημη συνεργασία του με το σκηνοθέτη Λούτσιο Φούλτσι
    Αυτά και πολλά άλλα στην συνέντευξη που ακολουθεί. 

    -Έχω διαβάσει πως δείξατε ενδιαφέρον για τον κινηματογράφο από μικρή ηλικία και ως έφηβος τότε αρχίσατε να γράφετε ιστορίες. Αργότερα, είχατε την ευκαιρία να δουλέψετε με τον Ντάριο Αρτζέντο και το Μάριο Μπάβα σε μερικές ταινίες τους. Πείτε μου μερικά πράγματα για το ξεκίνημα της καριέρας σας και πώς τελικά ασχοληθήκατε με τον κινηματογράφο. 

    -Από τη νεαρή μου ηλικία, δηλαδή από πέντε χρονών, διάβαζα πολύ και ήδη από την ηλικία των τριών χρονών πήγαινα μαζί με τους γονείς μου να δω ταινίες στον κινηματογράφο, που ήταν αγαπημένη συνήθεια τους και πήγαιναν πολύ συχνά. Θυμάμαι από τις ταινίες που μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση ήταν το «The Big Knife» / «Άγγελοι με Ματωμένα Χέρια» (1955) του Ρόμπερτ Όλντριτς. Στην Ιταλία προς το τέλος της δεκαετίας του ’50 δεν υπήρχε τηλεόραση και όταν ήρθε, είχε μόνο ένα κανάλι και είχε πρόγραμμα για μερικές μόνο ώρες στη διάρκεια της μέρας. Το διάβασμα βιβλίων και ο κινηματογράφος με συντρόφεψαν καθ’ όλη τη διάρκεια της εφηβείας μου. Όταν ήμουν 17 και 18 χρονών, έφτανα σε σημείο να βλέπω τρεις ταινίες τη μέρα, τις οποίες ύστερα τις έβλεπα ξανά και ξανά. Σε διάστημα μόλις δύο μηνών, είδα το «À Bout de Souffle» / «Με Κομμένη την Ανάσα» (1960) του Γκοντάρ 31 φορές, ενώ από 33 φορές είδα το «Vivre sa Vie» / «Ζούσε τη Ζωή της» (1962). Γενικά είχα μία συνήθεια να βλέπω πολλές ταινίες από τρεις φορές τουλάχιστον. Δίχως να το συνειδητοποιήσω, είχα καταφέρει να δημιουργήσω μέσα μου ένα «αρχείο» από εικόνες, ιστορίες, ρυθμούς και διάφορα σενάρια. 

    Όταν ήμουν νέος, δεν ήθελα να κάνω ταινίες, ούτε καν γνώριζα τι δουλειά κάνει ένας σεναριογράφος. Για εμένα ο κινηματογράφος ήταν κάτι μαγικό, κάτι που ζωντάνευε μέσα σε μία σκοτεινή αίθουσα. Έχω μια προσωπικότητα με διάφορες πτυχές: ήμουν ενεργός στα πολιτικά, ήμουν καταδρομέας στο στρατό (ήμουν καλός στα εκρηκτικά), έπαιζα χαρτιά και μπιλιάρδο σε διάφορες χαρτοπαικτικές λέσχες, περιπλανιόμουν τις νύχτες ως νωρίς το πρωί σε κακόφημα μπαρ. Επίσης, γνώρισα κάθε λογής άνθρωπο: κλεφτρόνια, πόρνες, αστυνόμους, δημοσιογράφους, διανοούμενους, απατεώνες, χορεύτριες, μπαρτέντερς, ηθοποιούς, σκηνοθέτες, κλπ… Στη Ρώμη της δεκαετίας του ’60 επικρατούσε η «καλή ζωή», τις νύχτες μπορούσες να συναντήσεις στο δρόμο τον καθένα – εκείνη την περίοδο εγώ σπούδαζα στο πανεπιστήμιο. Όταν είχα εμπλακεί και με τα πολιτικά, γνώρισα κάποια στιγμή μία θεατρική ομάδα. Τους ένωσα και τους ακολουθούσα όπου πήγαιναν στη συνέχεια. Παράλληλα έγραφα και μερικά ποιήματα, για τα οποία και έλαβα μία σημαντική διάκριση (βραβείο λογοτεχνίας Asturias). 

    Ένα πρωινό σε ένα μπαρ, ένας φίλος μου είπε πως ήθελε να συναντήσει τον Ντάριο Αρτζέντο. Εγώ έκλεψα μετά την ατζέντα του νεαρού, βρήκα το τηλέφωνο του Ντάριο και του είπα πως ένας φίλος μου ήθελε να τον συναντήσει. Μετά από τρεις μήνες, σκέφτηκα και έγραψα μία ιστορία – αυτή που μετέπειτα έγινε η ταινία «Il Gatto a Nove Code» / «Ο Γάτος με τις 9 Ουρές» (1971). Ύστερα, είχα ένα τσακωμό με τον Ντάριο, ο οποίος ήθελε να φανεί πως η ιστορία ήταν δική του. Το περιστατικό έτυχε και βγήκε στις εφημερίδες και τότε με αναζήτησε ο Μάριο Μπάβα. Έγραψα για λογαριασμό του τη δεύτερη ταινία μου (και πρώτο μου σενάριο), το *«Reazione a Catena» / «Σφαγή στο Ακρογιάλι της Ηδονής» (1971), η οποία κέρδισε ένα βραβείο στο Φεστιβάλ της Σίτζες στην Ισπανία. 

    Λίγο καιρό μετά, μου τηλεφώνησε ο παραγωγός Ντίνο ντε Λαουρέντις, με τον οποίο υπέγραψα ένα αποκλειστικό συμβόλαιο για τρία χρόνια. Έτσι κάπως ξεκίνησε η καριέρα μου, χωρίς να το ήθελα και πολύ. Δεν ήξερα με τι θα ασχολιόμουν στο μέλλον, τότε ήμουν ήδη παντρεμένος και είχα μία κόρη και χρειαζόμουν χρήματα. Έγραφα μία ιστορία μέσα σε μία μέρα και κάθε μία από αυτές κατάφερα να πουληθούν, γυρίζονταν ταινία και πολλές φορές ήταν επιτυχημένη. Στο τέλος, αποφάσισα να γίνω σεναριογράφος – παρά τη θέληση μου διότι δε συμπαθώ ιδιαίτερα τον κόσμο των κινηματογραφιστών. 


    -Τι σας εμπνέει να γράψετε μία ιστορία και τι είναι αυτό που κάνει ένα σενάριο πετυχημένο; 

    -Εμπνέομαι από την πραγματικότητα και τον κόσμο γύρω μου. Εκείνο τον καιρό διάβαζα περίπου δέκα με δώδεκα εφημερίδες τη μέρα αναζητώντας κάποια ενδιαφέροντα νέα και γεγονότα, συν ότι έβγαινα το βράδυ και μάθαινα για πράγματα με το να συναντώ κόσμο. 

    -Έχει υπάρξει ποτέ κάποιο πρόσωπο στον ιταλικό κινηματογράφο που εύχεστε να είχατε συνεργαστεί αλλά αυτό δε συνέβη ποτέ; 

    -Είμαι μοναχικός λύκος, δούλευα πάντα μόνος μου και δεν είχα ποτέ την επιθυμία να εργαστώ μαζί με κάποιον άλλον. Με ένοιαζαν τα χρήματα. Είχα κάποιες ιδέες, κάποιες ιστορίες, κατάφερα να τις πουλήσω, δε με ένοιαζε κάτι άλλο. Ήμουν παρών στο σετ των ταινιών μερικές φορές και σχεδόν ποτέ δεν είδα ολόκληρες τις ταινίες μου, ούτε και έκανα φίλους. Τους έδιωχνα όλους σε αυτή τη χώρα, όπως φάνηκε. 

    -Κατά τη γνώμη σας, υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στη δουλειά για τον κινηματογράφο και στη δουλειά για την τηλεόραση και γιατί; 

    -Όχι, δεν υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στο σινεμά και την τηλεόραση. Όλα έχουν σχέση με το να δημιουργείς ιστορίες, χαρακτήρες, κοινωνικά ή εγκληματικά πλαίσια. Τα πράγματα διαφέρουν όταν πρόκειται για ζωντανά προγράμματα – έχω κάνει μερικά διασκεδαστικά και συναρπαστικά στο παρελθόν. Όταν μεταδίδεται ζωντανά ένα πρόγραμμα και διάφορα πράγματα συμβαίνουν μπροστά σας εκείνη τη στιγμή με το κοινό να αλληλεπιδρά, τα πάντα αλλάζουν. 

    -Η λογοκρισία φαίνεται να έχει κάνει έντονη εμφάνιση ξανά στις μέρες μας σε όλο τον κόσμο. Ποια είναι η γνώμη σας για τη λογοκρισία και για ποιο λόγο αυτό συμβαίνει στις τέχνες; 

    -Η λογοκρισία είναι μία τεράστια πληγή, ένας πόνος στον κώλο, ένα μεγάλο εμπόδιο αλλά… έχει και τη θετική του πλευρά: πρέπει να μάθεις να ζεις με αυτή, να τη δεις ως κάτι διασκεδαστικό, να λες τα πράγματα όπως ακριβώς θέλεις να τα πεις με σκοπό να διεγείρεις τη φαντασία και τη δημιουργικότητα από κάθε άποψη… Να θυμάσαι ότι πάντα τα πιο καταπιεστικά καθεστώτα δημιουργούν τα πιο μεγάλα ταλέντα. 



    -Πιστεύετε ότι η βία στον κινηματογράφο έχει παραμείνει η ίδια μέσα στο χρόνια και για ποιο λόγο; Έχει αλλάξει τίποτα; 

    -Η βία είναι πάντα βία, δεν αλλάζει αυτό. Υπήρχε στην εποχή του Ομήρου, στο Μεσαίωνα, στο Σαίξπηρ, στην Ιερά Εξέταση, κλπ… Ας μη μιλήσουμε για το τι συνέβη μεταξύ της Γαλλικής Επανάστασης και του Πολέμου του Βιετνάμ, και σαφώς δεν ξεχνούμε και τους τζιχαντιστές του Ισλαμισμού. 

    -Θεωρείτε πως η τεχνολογία επηρεάζει την ποιότητα μιας ταινίας; Αν ναι, με ποιους τρόπους το κάνει αυτό; 

    -Απεχθάνομαι την τεχνολογία και τα ειδικά εφέ επειδή, κατά τη γνώμη μου πάντα, υπνωτίζουν το κοινό και στερούν από τον κόσμο την ευκαιρία να αναπτυχθεί πολιτιστικά. 

    -Ποιες είναι οι αγαπημένες σας ταινίες; Ή έστω αν έχετε κάποιον αγαπημένο σκηνοθέτη; 

    -Αγαπώ πολύ τις ταινίες του Λουίς Μπουνιουέλ, του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, του Μπίλι Γουάιλντερ, του Ρόμαν Πολάνσκι, του Φριτς Λανγκ και, φυσικά, του Άλφρεντ Χίτσκοκ. 



    -Στο παρελθόν είχατε μία αξιομνημόνευτη συνεργασία με τον σκηνοθέτη Λούτσιο Φούλτσι. Έχω ακούσει πως ήταν ένας ιδιαίτερα κυκλοθυμικός άνθρωπος και, την ίδια στιγμή, γενναιόδωρος και ευγενικός. Πείτε μου λίγα λόγια για τον ίδιο και για τη συνεργασία που είχατε. 

    -Ο Λούτσιο ήταν ένας εύθραυστος άνθρωπος και έκρυβε αυτή του την ευθραυστότητα πίσω από μία μάσκα ανυπομονησίας. Ήταν ένας καλός άνθρωπος στον οποίο η ζωή δε φέρθηκε και πολύ καλά (η πρώτη του σύζυγος αυτοκτόνησε, η δεύτερη τον εγκατέλειψε κλέβοντας από αυτόν ό,τι είχε και δεν είχε, μία μικρή κόρη του έπεσε από ένα άλογο και έμεινε παράλυτη για πολλά χρόνια). Η αλήθεια είναι πως ήταν αγενής προς όλους μας, μαζί του είχα μερικούς μνημειώδεις καυγάδες. Ήμουν και εγώ, βέβαια, επιθετικός αλλά ήταν και αυτός πολύ σκληρός. Δεν ήξερε πολλά για τον τρόμο, αντιθέτως τον περιφρονούσε. Το μόνο που σκέφτονταν ήταν να ανταγωνιστεί τον Αρτζέντο (τεχνικά ήταν καλύτερα καταρτισμένος από τον Ντάριο αλλά δεν είχε καμία ιδέα πάνω στο υλικό που του έδινα). Ωστόσο, αυτή η αντίθεση μας έφερε καλά αποτελέσματα, τα οποία θα ήταν σίγουρα καλύτερα αν ο Λούτσιο δεν ήταν ένας επιφανειακός και βιαστικός Ιταλός «κινηματογραφιστής». 

    -Πείτε μου τώρα μερικά λόγια για τις παρακάτω ταινίες σας: «Il Cinico, L’ Infame, Il Violento / Μαζί για μια Μεγάλη Ληστεία», «Sette Note in Nero / Seven Notes in Black», «Paura nella Città dei Morti Viventi / Η Πόλη των Ζωντανών Νεκρών», «L'Aldilà / Η Έβδομη Πύλη της Κολάσεως», «Quella Villa Accanto al Cimitero / Ενοικιάζεται Στοιχειωμένη Βίλα δίπλα στο Νεκροταφείο», «1990: I Guerrieri del Bronx / Τα Καθάρματα του Μπρονξ» και «Dèmoni / Δαίμονες». 
    Αν είχατε την ευκαιρία να σκηνοθετήσετε μία ταινία, ποιο από τα δικά σας σενάρια θα επιλέγατε να σκηνοθετήσετε; Από τις ταινίες που έχετε γράψει, έχετε κάποια αγαπημένη ή κάποια που είστε ιδιαίτερα περήφανος; 

    -Οι ταινίες που μου αναφέρεις είναι «εμπορικές» ταινίες, τις οποίες έκατσα και έγραψα απλά επειδή είχα ανάγκη τα χρήματα. Ωστόσο, είναι ταινίες με πολλές και πρωτότυπες ιδέες, που τα πήγαν καλά, αγαπήθηκαν από το κοινό και με έκαναν γνωστό στους θαυμαστές και στους παραγωγούς, οι οποίοι έχοντας λίγα λεφτά κατάφεραν να βγάλουν μία περιουσία με αυτές. 

    Η ταινία «Μαζί για μια Μεγάλη Ληστεία» (1977) οφείλει τον τίτλο της στη διάσημη ταινία του Σέρτζιο Λεόνε «Il Buono, Il Brutto, Il Cattivo / Ο Καλός, ο Κακός και ο Άσχημος» (1966). Στην Ιταλία – μία χώρα φοβερά προληπτική – θεωρούσαν μερικά πράγματα τυχερά, όπως τους τίτλους στη συγκεκριμένη περίπτωση, και πολύ συχνά τα αντέγραφαν ελπίζοντας πως θα κάνουν επιτυχία. 

    Το «Seven Notes in Black / The Psychic» (1977) είναι η ταινία που καθιέρωσε τη συνεργασία μου με το Λούτσιο Φούλτσι. Πρόκειται για ένα giallo που αγαπώ πολύ και ήταν μια πολύ πετυχημένη ταινία, τόσο πολύ που ο Ταραντίνο προσπαθούσε για κάμποσα χρόνια να κάνει ένα ριμέικ, αλλά δεν τα κατάφερε μέχρι τώρα εξαιτίας των πνευματικών δικαιωμάτων της ταινίας. 

    Η «Πόλη των Ζωντανών Νεκρών» (1980) πρόκειται για μια ταινία φόρο τιμής στο Λάβκραφτ, η οποία δε μου αρέσει και τόσο πολύ. 


    Η «Έβδομη Πύλη της Κολάσεως» (1981) κατάφερε να διακριθεί σε ένα φεστιβάλ στο Παρίσι και καθιέρωσε την επιτυχία και τη φήμη όχι μόνο της ταινίας, αλλά και του ίδιου του Λούτσιο Φούλτσι, ο οποίος εκείνη την περίοδο ξεπέρασε τον Ντάριο Αρτζέντο. Η ταινία χαρακτηρίζεται από μία μαγική, νοσηρή και ενοχλητική ατμόσφαιρα. Ο Φούλτσι συγκλονίστηκε με το αποτέλεσμα. Η ιστορία μου, όμως, ήταν πραγματικά υπέροχη. 

    Το «Ενοικιάζεται Στοιχειωμένη Βίλα δίπλα στο Νεκροταφείο» (1981) έγινε με στόχο να εκμεταλλευτεί την επιτυχία των δύο προηγούμενων ταινιών που έγραψα εγώ και σκηνοθέτησε ο Φούλτσι. Είναι υποδεέστερη της «Έβδομης Πύλης της Κολάσεως», αλλά τώρα πια είμαστε βέβαιοι πως κάναμε τα σωστά πράγματα που ενθουσίασαν τότε τους θαυμαστές και συνεχίζουν να κάνουν σήμερα. 

    Η ταινία «Τα Καθάρματα του Μπρονξ» (1982) ήταν μία καθαρά εμπορική κίνηση (ήταν απομίμηση της αμερικάνικης ταινίας «The Warriors» / «Οι Μαχητές» του 1979), αλλά λιγότερη ρομαντική και περισσότερο έξυπνη. Όταν κυκλοφόρησε, ήταν μεγάλη επιτυχία στη Νέα Υόρκη. Βρέθηκε τότε πρώτη στις επιλογές του Variety και για μία εβδομάδα ήταν η δεύτερη πιο κερδοφόρα ταινία στο box-office. Στην ταινία αυτή έγραψα την ιστορία έχοντας στο νου μου τη βίαιη καθημερινότητα των αλητών της δεκαετίας του ’50, την οποία και γνώριζα καλά. 

    Οι «Δαίμονες» (1985) ήταν ένα ωραίο κοκτέιλ ατμόσφαιρας, αισθητικής, θεμάτων τρόμου και θρίλερ, με μια αίσθηση χιούμορ αλά Μάριο Μπάβα, το οποίο λατρεύω και έχω χρησιμοποιήσει επανειλημμένα σε ταινίες που έγραψα, όπως στη «Σφαγή στο Ακρογιάλι της Ηδονής» και στο «Zombi 2 / Ζόμπι 2: Το Νησί των Ζωντανών Νεκρών» (1979) – όπως στη σκηνή με το ζόμπι και τον καρχαρία.

    Όσον αφορά τη σκηνοθεσία, είχαν υπάρξει μερικές προτάσεις. Θυμάμαι πως μία φορά είχα μία προσφορά από τον Κλαούντιο Μαντσίνι, παραγωγό του Σέρτζιο Λεόνε, αλλά πραγματικά δε με ενδιέφερε να σκηνοθετήσω ποτέ μου. Έχω πεισθεί πλέον πως το πραγματικό μυστικό μιας ταινίας βρίσκεται στην ιστορία και στο σενάριο. Ο σκηνοθέτης – για μένα τουλάχιστον – είναι απλά ένας τεχνικός, ένα όχι και τόσο δημιουργικό πρόσωπο. Αυτό επαληθεύεται σήμερα από τις αμερικάνικες σειρές που τα πάντα βρίσκονται στα χέρια του δημιουργού της σειράς ενώ οι σκηνοθέτες είναι όλοι τους αναλώσιμοι.


    Έχω γράψει 244 σενάρια, πάρα πολλές από αυτές τις ταινίες ανήκουν στις αγαπημένες μου και δεν θέλω ειλικρινά να απογοητεύσω καμία από αυτές. Ακόμα και η πιο κακή έχει ξεχωριστεί θέση στην καρδιά μου. 

    -Τα τελευταία χρόνια, αρχίσατε να διδάσκετε την τέχνη του σεναρίου στο Πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας. Πείτε μου μερικά πράγματα από την εμπειρία σας ως δάσκαλος. 

    -Μου αρέσει πολύ η διδασκαλία, στην πραγματικότητα είναι αυτό που μου αρέσει περισσότερο να κάνω. Όταν προσποιούμαι ότι μιλάω για τον κινηματογράφο, στην πραγματικότητα μιλάω για τη λογοτεχνία, την ιστορία, την πολιτική, την ποίηση, την τέχνη. Οι μαθητές με ακούνε και τους διδάσκω πως μία σκηνή μιας ταινίας είναι σαν ένα περιστέρι που μεταφέρει κάποια μηνύματα, κάτι που μοιάζει με την πτήση ενός πουλιού στην πραγματικότητα αποτελεί βομβαρδισμό ερεθισμάτων που σε φέρνουν πίσω στην πραγματική ζωή, τη ζωή που ζεις. 

    -Τι γνώμη έχετε για τη βιομηχανία του κινηματογράφου σε παγκόσμιο επίπεδο αυτή τη στιγμή; Πώς η κατάσταση αυτή θα επηρεάσει τους νέους ανθρώπους στο μέλλον που ενδεχομένως θα θέλουν να ασχοληθούν με τον κινηματογράφο; 

    -Το σινεμά όπως ήταν κάποτε δεν υπάρχει πια. Η βιομηχανία ανακαλύπτει πως η τηλεόραση εγγυάται τη συνέχεια των σειρών, όπως και η έννοια «home entertainment» γίνεται πιο σημαντική από τη δημιουργία, την πολιτιστική ευαισθητοποίηση και την εφεύρεση. Οι νέοι άνθρωποι είναι μουδιασμένοι και αδιάφοροι, τους έχουν κάνει βουλιμικούς και, όπως συμβαίνει και με την τροφή, στο τέλος καταντούν παχύσαρκοι. Δίνουν μεγάλη σημασία στα ειδικά εφέ, δηλαδή για μαλακίες, και την ίδια στιγμή αδυνατούν να καταλάβουν και να κρίνουν μία απλή ιστορία. 

    -Αν μπορούσατε να αλλάξετε κάτι στον κόσμο που ζούμε, τι θα ήταν αυτό και για ποιο λόγο; 

    -Θα ήθελα να αλλάξω τους κανόνες στο μπλακ τζακ έτσι ώστε να κερδίζω περισσότερα! 


    *Σημείωση
    Η συγκεκριμένη ταινία του Μάριο Μπάβα έχει κυκλοφορήσει με πάρα πολλούς τίτλους από το 1971 και μέσα στα επόμενα χρόνια όσο καμιά άλλη!
    Οι αυθεντικοί ιταλικοί τίτλοι είναι «Reazione a Catena» και «Ecologia del Delitto». 
    Οι αγγλικοί τίτλοι είναι «Ecology of a Crime», «A Bay of Blood», «Blood Bath», «Carnage» και «Twitch of the Death Nerve». 
    Στα ελληνικά βρέθηκαν διάφοροι τίτλοι, όπως «Σφαγή στο Ακρογιάλι της Ηδονής», «Ο Κρίκος των Εγκλημάτων» και «Το Σπίτι με τα Αλυσιδωτά Εγκλήματα».

    Πάνος Μουζάκης
    • ΜΗ ΞΕΧΑΣΕΙΣ ΝΑ ΣΧΟΛΙΑΣΕΙΣ
    • Facebook Comments
    Item Reviewed: Spotlight στον ιταλικό καλτ κινηματογράφο: Συνέντευξη με το σεναριογράφο Dardano Sacchetti Rating: 5 Reviewed By: Alexis Kyriazis
    Scroll to Top