• Latest News

    Παρασκευή, 13 Δεκεμβρίου 2019

    Ο σκηνοθέτης Βασίλης Μαζωμένος εξομολογείται στο Filmboy!


    Η νέα ταινία «Εξορία» του Βασίλη Μαζωμένου προβλήθηκε στη χώρα μας στο 60ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης στην ενότητα «Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου – Επίσημη Πρώτη» αλλά και στο 32ο Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου στην κατηγορία «Διεθνές Διαγωνιστικό Τμήμα», ενώ συνεχίζει παράλληλα την πορεία της στο εξωτερικό με πρόσφατο σταθμό το 40ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Πόρτο, όπου συμπεριλαμβάνεται στο Διαγωνιστικό Τμήμα «Director’s Week». 
    Συνάντησα τον δημιουργό της για μια συνέντευξη στην οποία μιλάει για τα πάντα που συμβαίνουν αυτή τη στιγμή στο σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο.
    Η συνέντευξη έγινε την Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2019 στην Αθήνα.


    Η νέα σου ταινία «Εξορία» κλείνει την τριλογία, η οποία αποτελείται από τη «10η Μέρα» και τις «Γραμμές». Πες μου λίγα πράγματα που ενώνουν αυτές τις τρεις ταινίες από άποψης κοινής θεματικής. 


    Στην πραγματικότητα είναι η τριλογία της κρίσης. 

    Πρέπει να πω ότι εξ αρχής δεν είχα σκοπό να κάνω τριλογία, αυτή προέκυψε. 
    Μετά την ταινία μου «Guilt», την ελληνοκυπριακή συμπαραγωγή πάνω στο κυπριακό ζήτημα, αποφάσισα να κάνω μία ταινία για το προσφυγικό όταν αυτό ήταν εν τη γενέσει του. 
    Έτσι, στην ουσία το πρώτο μέρος αυτής της – ας πούμε – τριλογίας είναι η «10η Μέρα» στην οποία ο Αφγανός Αλί έρχεται από το Αφγανιστάν στην Ευρώπη και συγκεκριμένα στην Ελλάδα προς αναζήτηση ενός παραδείσου. Αυτό βέβαια που ακολουθεί είναι η συντριβή του ονείρου του Αλί. Η ταινία κλείνει με τη φράση του Αλί που λέει «I want to go back, Europe is just a name». Το 2016 κάνω την ταινία μου «Γραμμές» με αφετηρία και έμπνευση τις χιλιάδες αυτοκτονίες των Ελλήνων την περίοδο της κρίσης. Περισσότερο με ενδιέφερε να δείξω τη ψυχολογική συντριβή του Έλληνα, γιατί όλοι μιλούσαν για το οικονομικό κομμάτι αλλά κανένας δεν έστρεφε την κάμερα – ή αν θέλεις και την πένα του, μιλώντας για τους δημοσιογράφους – στο τι συνέβαινε πίσω από τις κλειστές πόρτες. Δηλαδή ότι οι άνθρωποι όχι μόνο αυτοκτονούσαν αλλά κατέφευγαν σε ψυχοφάρμακα, πάθαιναν κατάθλιψη, κρίσεις πανικού κλπ. Γενικότερα αν το έχεις ήδη παρατηρήσει έχω στρέψει την κάμερα μου προς τον ψυχολογικό παράγοντα που με ενδιαφέρει πάρα πολύ. Έτσι αν στο πρώτο μέρος ήταν ο Αλί ο οποίος έρχεται και διαψεύδεται το όνειρό του, εδώ είναι οι Έλληνες που καταρρέουν. Στο τρίτο μέρος, την «Εξορία», είναι ο Έλληνας που πάει να φύγει ως πρόσφυγας και τον γυρίζουν πίσω. Στην ουσία προσπαθεί να επιβιώσει ως λαθραίος σε μια χώρα που κατοικείται από ξένους αναζητώντας και αυτός την ταυτότητά του. Αυτό είναι η «Εξορία», είναι για την ακρίβεια ένα σκάψιμο εντός μας για να ανακαλύψουμε πού βρισκόμαστε όταν μας είπαν ότι η κρίση έχει τελειώσει. Εγώ πιστεύω πως η κρίση δεν έχει ολοκληρωθεί, απλώς ζούμε στη νέα φάση της κρίσης όπου τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά από πριν. Αυτό που ήταν δεδομένο τώρα πια δεν είναι, δεν υπάρχει τίποτα αυτονόητο. Ο Έλληνας μέσα σε αυτή τη Βαβέλ ψάχνει να βρει τον εαυτό του και την ταυτότητα του. Αυτό με λίγα λόγια είναι η «Εξορία».


    Θα σε ρωτήσω για τον τίτλο της ταινίας. Η «εξορία» σαν έννοια τι συμβολίζει για σένα; 

    Επειδή ο πατέρας μου πέρασε 12 χρόνια από τη ζωή του κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου εκτοπισμένος και εξόριστος από το τότε καθεστώς, εγώ μεγάλωσα με αυτές τις αφηγήσεις ως παιδί. Βέβαια στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι όταν κατανόησα ότι πολλές φορές μπορείς να είσαι εξόριστος στον ίδιο σου τον τόπο. Και μάλιστα όχι με τη βία όπως στις παλαιότερες εποχές γιατί σήμερα το σύστημα χρησιμοποιεί τελείως διαφορετικά μέσα για να εκτοπίσει και να εξορίσει κάποιον. Μπορεί να τον συντρίψει οικονομικά, ψυχολογικά και να τον αποτελειώσει, δε χρειάζεται κάποιος να καταφύγει στη βία ή σε βασανιστήρια όπως παλιά. Όχι ότι αυτό δε συμβαίνει σε ορισμένες περιοχές του πλανήτη, γίνεται ακόμα και στις δυτικές λεγόμενες δημοκρατίες. Όπως μπορεί η τιμωρία απέναντι στους αντιρρησίες πια να γίνει με άλλο τρόπο. Έτσι η εξορία είναι μια τέτοια είδους κατάσταση, μια περισσότερο ψυχική κατάσταση του ήρωα, μια προσπάθεια να βρει την ύπαρξη του και τον εαυτό του γιατί κατά βάση είναι μια ταινία που κινείται γύρω από τη σφαίρα της ύπαρξης, πιστεύω γίνεται κατανοητό αυτό που λέω, σε σχέση με παρόμοιες ταινίες άλλων δημιουργών. 


    Μπορείς να μου δώσεις μια ερμηνεία για τον κεντρικό ήρωα της ταινίας; Υποθέτω πως ένας ήρωας σαν και αυτόν είναι σίγουρα ανάμεσα μας. 

    Κάθε άλλο, είναι ένας απελπισμένος Έλληνας. Στην πραγματικότητα δε μας ενδιαφέρει πολύ το κίνητρό του, μας ενδιαφέρει όμως ότι είναι σίγουρα ισχυρό για να μπορέσει απελπισμένα να μπει σε μια βάρκα της κακιάς ώρας – σχεδόν ξεφούσκωτη – για να επιχειρήσει να φύγει από τη χώρα. Πρέπει να είσαι πάρα πολύ απελπισμένος. Στην ουσία αυτή η περιπέτεια στη θάλασσα είναι σαν μια καταβύθιση σε μια αμνησία, δηλαδή επιστρέφει πίσω σαν αμνησιακός και προσπαθεί να επιβιώσει σε μια τέτοια χώρα. Γι’ αυτό ακριβώς βυθίζεται σε όλη αυτή τη φρίκη. Εγώ είχα στο μυαλό μου όταν έκανα την ταινία μια φράση του Διονύσιου Σολωμού που έλεγε ότι «ο άνθρωπος είναι σπέρμα από την άβυσσο και πέφτει από βυθό σε βυθό, από πόνο σε πόνο ως τον έσχατο πόνο». Εκεί, λοιπόν, βρίσκει τον παράδεισό του, στον έσχατο πόνο. Είχα αυτή τη σκέψη όταν και δίδασκα τον βασικό μου ήρωα αλλά και όταν δημιουργούσα. Του έλεγα «Στέφανε, εδώ είναι τα σκαλοπάτια της κόλασης, τα οποία και θα διαβείς». Γίνεται κλέφτης, φονιάς, αρσενική πόρνη, στην ουσία κατεβαίνει όλα τα σκαλοπάτια της κοινωνίας για να βρει πρώτα απ’ όλα τον εαυτό του, ποιος είναι ούτε ο ίδιος ξέρει. Σε μια σκηνή, κάποια στιγμή στο αστυνομικό τμήμα η Γερμανίδα που τον απαγάγει από τους Έλληνες αστυνομικούς λέει «This man does not exist», δηλαδή δεν έχει ταυτότητα, δεν έχει τίποτα, είναι σαν ένα φάντασμα. 



    Θες να αναφέρεις κάτι σχετικά με τη συνεργασία σου με τους υπόλοιπους συντελεστές της ταινίας είτε μπροστά είτε πίσω από την κάμερα; 


    Είχα την ευτυχία να δουλέψω με εξαιρετικούς επαγγελματίες και θα ξεχωρίσω τέσσερις από αυτούς. Είναι ο Φώτης Μήτσης στη διεύθυνση φωτογραφίας, ο οποίος κατανόησε πλήρως την άποψη που ήθελα να δώσω που ήταν το ακριβώς αντίθετο από τις «Γραμμές», ήθελα να δώσω την κατάθλιψη του φωτός. Εάν στις «Γραμμές» κυριαρχούσε το σκότος, στην «Εξορία» είναι το φως που σε καταθλίβει, αυτό το καμένο λευκό. Η Δήμητρα Παναγιωτοπούλου και η Μάγδα Καλορίτη στα σκηνικά και στα κοστούμια αντίστοιχα, οι οποίες δημιούργησαν χώρους-ντεκόρ γιατί ήθελα να υπάρχει ένας χώρος κατασκευασμένος – όπως κατασκευές είναι στο μυαλό του ήρωα – όπως ακριβώς είναι μια βαθιά συγγένεια με το σινεμά του Ρόι Άντερσον, κάτι που καταλαβαίνεις από τα ακίνητα πλάνα και τον τρόπο κινηματογράφησης. Τέλος, θέλω να σταθώ σε αυτούς τους υπέροχους συνεργάτες μου, τους DNA, τους μουσικούς, οι οποίοι όχι μόνο κάνουν το sound design αλλά και τις μουσικές των ταινιών μου εδώ και πάρα πολλά χρόνια, σίγουρα πάνω από μία δεκαετία – ακόμα και στις μικρού μήκους ταινίες των μαθητών μου δουλεύουν! Είναι από εκείνες τις συνεργασίες που λες ένα και ο άλλος καταλαβαίνει τρία, συνεργαζόμαστε πια με κλειστά μάτια και γι’ αυτό υπάρχει αυτή η ωραία ατμόσφαιρα στα έργα μας. 


    Μίλησε μου λίγο για τις κινηματογραφικές σου επιρροές πάνω στο σύνολο του έργου σου. Ακόμα και για την «Εξορία» αν υπάρχει κάτι συγκεκριμένο. 

    Είμαι ένας άνθρωπος τελείως ακομπλεξάριστος στον τρόπο που βλέπω σινεμά, δεν έχω στερεότυπα σε σχέση με άλλους συναδέλφους. Αυτό που θεωρώ πως είναι σημαντικό δε με ενδιαφέρει από πού προέρχεται, ούτε από ποιο κίνημα, ούτε από ποια χώρα, ούτε από ποια περίοδο. Σε πληροφορώ πως υπάρχουν πράγματα εντελώς ετερόκλητα. Ένα πράγμα, όμως, που τα χαρακτηρίζει όλα αυτά είναι ότι δεν έχουν σχέση με το ρεαλισμό. Έχω γράψει και ένα άρθρο παλιότερα. Εγώ είμαι ενάντια στη δικτατορία του ρεαλισμού στο σινεμά. Πιστεύω ότι ο κινηματογράφος δεν αναπαριστά τη ζωή, αλλά δημιουργεί ζωή. Υπό αυτή την έννοια, δεν εκτιμώ καθόλου αυτούς που πιστεύουν στο ότι το σινεμά πρέπει να παραπέμπει ευθέως στη δρώσα πραγματικότητα. Πιστεύω το σινεμά δημιουργεί πραγματικότητες και πολλές φορές έχει τη ζωή να το μιμηθεί. Ως εκ τούτου, μπορώ να σου πω ότι έχω αναφορές στο Γερμανικό Εξπρεσιονισμό, τον οποίο λατρεύω. Για μένα δηλαδή μία από τις ωραιότερες ταινίες, την οποία έχω βάλει στην προσωπική μου δεκάδα με τις καλύτερες, είναι «Δρ. Μαμπούζε, ο Παίκτης» του Φριτς Λανγκ. Λατρεύω επίσης τον «Κύριο Βερντού» του Τσάρλι Τσάπλιν, νομίζω είναι και η μοναδική του ταινία που δεν υποδύεται το Σαρλώ. Η αγαπημένη μου ταινία, ίσως, είναι το «Πέρσι στον Μαριένμπαντ» του Αλέν Ρενέ. Είμαι, όμως, ταγμένος ψυχή τε και σώματι στους ποιητές του σινεμά. Πιστεύω πως μπορώ να συνδυάσω διάφορα πράγματα στις ταινίες μου έχοντας στο νου μου την ποίηση. Μπορώ να λατρέψω τον Παρατζάνοφ, τον Ταρκόφκσι ή τον Μπέργκμαν και την ίδια στιγμή να λατρέψω το Γιοντορόφσκι ή τον Τεσιγκαχάρα, ο οποίος γύρισε την ταινία «Γυναίκα τους Αμμόλοφους». Επομένως, όλα αυτά αποτελούν ζωντανά κύτταρα που κυλούν εντός μου. Είμαι έτοιμος ανά πάσα στιγμή να ανακαλύψω τον καινούργιο Τεσιγκαχάρα και τον καινούριο Λιντς οπουδήποτε στον πλανήτη γιατί πιστεύω ότι έχουμε μερική γνώση της κινηματογραφικής πραγματικότητας. Αυτή τη στιγμή που μιλάμε κάπου στη Λατινική Αμερική ή στην Ασία υπάρχει ένας νέος Τεσιγκαχάρα, μόνο που ένα σύστημα διανομής δε μας έχει βοηθήσει να έρθει κοντά μας και να το ανακαλύψουμε. Υπάρχουν εξαιρετικά ταλέντα σε όλο τον πλανήτη τα οποία δημιουργούν έξω από τις νόρμες ενός συστήματος διανομής. Όταν ήμουν μια στιγμή στη Διεθνή Επιτροπή του Φεστιβάλ της Δράμας, θυμάμαι ήρθε μια ταινία μικρού μήκους από τη Λατινική Αμερική η οποία μου προκάλεσε σοκ. Είχε ένα απίστευτο μονοπλάνο που περιέγραφε μια κηδεία. Τέτοια σύλληψη και κινηματογράφηση που αμέσως έβλεπες ένα νέο δημιουργό του κινηματογράφου. Οι επιρροές μου εμένα είναι ανοιχτές, δεν αφορούν μόνο το παρελθόν αλλά το παρόν και το μέλλον που έρχεται. Μπορεί αύριο να δω μια ταινία μικρού μήκους ενός πιτσιρικά και να πω όχι μόνο πως είναι το τεράστιο ταλέντο αλλά αποτελεί πηγή έμπνευσης για όλους μας. Είμαι ανοιχτός και δεν έχω κανένα κόμπλεξ σε αυτό.
    Είμαι από τους ελάχιστους Έλληνες σκηνοθέτες που δεν έχω κόμπλεξ απέναντι στους συναδέλφους μου, βγαίνω και μιλάω με μεγάλη τόλμη. Το ξέρουν και αυτοί. Όταν έκανα στη Φάμπρικα στο Κεραμεικό παρουσιάσεις των ταινιών τους, τις έκανα προσωπικά εγώ. Όταν βλέπω κάτι σημαντικό, το λέω. Θα σου πω ένα παράδειγμα. Τυχαία ξαναείδα στην τηλεόραση τους «Κυνηγούς» του Αγγελόπουλου. Όταν είχα δει πρώτη φορά την ταινία πιτσιρικάς, την θεωρούσα υποδεέστερη ταινία των άλλων. Τελικά έπρεπε να ωριμάσω εγώ ο ίδιος για να καταλάβω πόσο σημαντική δουλειά ήταν. Ίσως πω κάτι βέβηλο τώρα: νομίζω πως οι «Κυνηγοί» είναι ανώτερη από τον «Θίασο». Αυτό γιατί ο «Θίασος» έχει κάτι το προφανές, δηλαδή το ιστορικό στοιχείο μπαίνει σε τόσο πρώτο επίπεδο που καλύπτει τα υπόλοιπα. Στους «Κυνηγούς» έχει ψυχανάλυση της ιστορίας, είναι συγκλονιστική. Είναι σαν ένας πρώιμος ψυχαναλυτικός κινηματογράφος, στον οποίο βάζει τους εφιάλτες των αστών σε μια διαλεκτική σχέση με την ίδια την ιστορία, παντρεύει τόσο όμορφα τα πράγματα που καταλαβαίνεις για ποιο λόγο ήταν τόσο σημαντικός σκηνοθέτης. Είναι μια ταινία που, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να ξαναδούμε όλοι μας. Ξαναβλέπω πράγματα, ανακαλύπτω συνεχώς. Επίσης, αξεπέραστη ταινία για μένα είναι «Ο Φόβος» του Κώστα Μανουσάκη, καθώς και «Οι Τεμπέληδες της Εύφορης Κοιλάδας» του Νίκου Παναγιωτόπουλου. Είναι ταινίες εμβληματικές του ελληνικού κινηματογράφου και δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ταινίες σαν και αυτές δόξασαν την Ελλάδα σε μεγάλα φεστιβάλ προτού εφεύρει εκείνος ο κριτικός της Guardian το «Greek Weird Cinema». Ποιο Greek Weird Cinema; Αυτό ήταν μια σκέτη κατασκευή. Στην πραγματικότητα, την περίοδο που κυριαρχούσε ο Φίνος και το εμπορικό σινεμά προ Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου, αυτές οι προσωπικότητες δημιουργούσαν. Φτάνανε στο σημείο να διαγωνίζονταν στις Κάννες και στο Βερολίνο με τον Μπέργκμαν. Και συζητάμε εμείς τώρα ότι ανακαλύψαμε τον τροχό το 2009! Αυτά τα πράγματα είναι αστεία, μοιάζει σαν να προσπαθούμε να παραχαράξουμε την ιστορία.


    Μια ταινία που έχεις δει στο παρελθόν και την ξαναβλέπεις μετά από καιρό, είναι η ίδια ταινία; 


    Όχι, δεν είναι η ίδια ταινία. Μου έχει τύχει να απογοητευτώ και να την θεωρήσω ξεπερασμένη και μου έχει τύχει να έχω χάσει πράγματα – όπως σου είπα στους «Κυνηγούς». Θεωρώ το «Φόβο» αψεγάδιαστη ταινία, ο άνθρωπος θα μπορούσε να είχε πέσει στην παγίδα του φολκλόρ και, όμως, τινάζει όλα τα στερεότυπα στον αέρα. Λυπάμαι που δεν του δόθηκε η ευκαιρία να κάνει άλλη ταινία, έκανε μόνο τρεις ταινίες σε όλη του τη ζωή. Να πάει στο διαγωνιστικό τμήμα των Καννών και του Βερολίνου και να μην του δώσουν χρήματα να συνεχίσει το έργο του! Ένας άνθρωπος που αν ήταν στη Γαλλία ή στη Γερμανία θα τον είχαν αποθεώσει. Μα και στο σινεμά της πρωτοπορίας έχουμε παρόμοια φαινόμενα. Ο Κώστας Σφήκας ή ο Σταύρος Τορνές αν βρισκόντουσαν σε μία χώρα του εξωτερικού, θα είχαν τη φήμη του Γκοντάρ ή του Άντι Γουόρχολ. Τα τολμηρά πράγματα που κάνανε σε μια μικροαστική ελληνική κοινωνία την ίδια εποχή που βλέπανε Φώσκολο, είναι πραγματικά άλματα που θέλανε μεγάλη τόλμη και ιδεολογική και αισθητική συγκρότηση για να δημιουργήσουν όλα αυτά. Σημειωτέον πως ήταν οι δάσκαλοι μου, μεγάλωσα με αυτούς τους ανθρώπους. Εμένα με ανακάλυψε ο Κώστας Σφήκας.
    Θα σου πω κάτι που δεν έχω ξαναπεί σε συνέντευξη. Ήμουν ένα παιδί που ήθελε να δώσει εξετάσεις στο Εθνικό Θέατρο για ηθοποιός. Έκανα διδασκαλίες και ταυτόχρονα έγραφα, σενάρια και λοιπά. Κάποια στιγμή τυχαία από ένα οικογενειακό γεγονός, έπεσα πάνω στο Σφήκα, ο οποίος μου έδωσε ένα ραντεβού για να με γνωρίσει. Θυμάμαι έβρεχε και ήρθε στο Κολωνάκι στο ραντεβού μας με μια ομπρέλα όπως ακριβώς ο ήρωας στην ταινία του Παναγιωτόπουλου «Τα Χρώματα της Ίριδας», δηλαδή ήταν ακριβώς ο ίδιος άνθρωπος. Διάβασε λίγο αυτά που έγραφα, τα οποία μεταξύ μας ήταν αφέλειες, και μου είπε: «Παιδί μου, έχετε φαντασία, πρέπει να κάνετε σινεμά». Του απαντάω: «Μα τι λέτε τώρα, εγώ είμαι άσχετος. Δεν έχω ιδέα, δεν ξέρω τίποτα». Μου λέει το φοβερό: «Ακούστε, παιδί μου. Η τεχνική είναι ένα πράγμα που το κατακτάς, το όραμα όμως όχι. Πρέπει να γίνετε σκηνοθέτης. Άλλωστε δεν έχει πιο ενδιαφέρον να είσαστε πίσω από την κάμερα;». Μου μιλούσε στον πληθυντικό ένας άνθρωπος τόσο καταξιωμένος και φοβερός! Μου έβαλε στο μυαλό το δίλημμα «Δεν είναι πιο ενδιαφέρον να είσαι πίσω από την κάμερα;». Παρατάω στο παρά πέντε τις εξετάσεις του Εθνικού και στρέφομαι στη σκηνοθεσία έχοντας δίπλα μου μια παρέα σκηνοθετών, μεταξύ των οποίων ήταν ο Σφήκας, ο Τορνές, ο Τσιώλης και ο Βακαλόπουλος. Ήταν ασύλληπτα πρόσωπα που δεν είχαν καμία σχέση μεταξύ τους, τους ένωνε όμως ένα κοινό πράγμα: η ανεξαρτησία. Αυτοί οι άνθρωποι δεν ήταν σύστημα. Ανάμεσα τους, εγώ ήμουν ο πιτσιρικάς της παρέας. Μετά μπήκα και σε έναν άλλο κύκλο ταυτόχρονα που ήταν ο Κωστής Παπαγιώργης, ο Ηλίας Λάγιος, ο Γιώργος Ξενάριος, ο Πέτρος Τατσόπουλος, ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης και άλλοι. Όλοι αυτοί με είχαν υπό την προστασία τους. Εγώ συνεχώς μάθαινα, ήταν ένα κινητό σχολείο όλο αυτό για μένα. Δεν έπαιρνα απλώς μέρος στις ταινίες τους, έκανα καθημερινά παρέα μαζί τους. Έκανα παρέα με έναν από τους μεγαλύτερους θεατρικούς συγγραφείς που πέθανε πρόσφατα, το Γιώργο Σκούρτη, ο οποίος μου είχε βγάλει το παρατσούκλι «πρωτοπορία». Αυτές αποτελούν τις αναφορές μου. Μου έλεγε ο Σφήκας: «Παιδί μου, είναι πιο σημαντικό να έχεις υψηλές αναφορές γιατί θα πέσεις τουλάχιστον από ψηλά». Ποτέ δεν γούσταρα να κάνω ταινίες με αυτό που λένε «καθημερινούς ανθρώπους». Τι σημαίνει «καθημερινοί άνθρωποι»; Δεν υπάρχει αυτή η έννοια. Ποιος είναι αυτός ο λεγόμενος μέσος όρος; Ο μέσος όρος είναι μια κατασκευή των media. Δεν έχει καμία σχέση ο μέσος όρος στη Κηφισιά με το μέσο όρο στην Ελευσίνα, ο μέσος όρος στην Πάτρα με το μέσο όρο στην Αλεξανδρούπολη.


    Φιλμ ή ψηφιακός κινηματογράφος; Ένα ερώτημα που μας απασχολεί ακόμα θα έλεγα. 

    Αυτό έχει απαντηθεί. Έχει καταγραφεί ιστορικά στην Ελλάδα πως υπήρξα ο πρώτος που έκανα transfer το 1995, μετά έκανε, θυμάμαι, ο Ρένος Χαραλαμπίδης. Μέχρι τότε αυτό το χρησιμοποιούσε η διαφήμιση. Παρόλα αυτά, έχω να πω ότι το ψηφιακό είναι μια τεράστια απελευθερωτική δύναμη. Απαντάει ακόμα και στο ταξικό ζήτημα της παραγωγής, δηλαδή μπορεί και το λαϊκό παιδί με τους φίλους αν έχει ταλέντο να κάνει σινεμά. Αυτό γιατί μπορείς να έχεις εκατομμύρια και να κάνεις μια πατάτα και να έχεις ελάχιστα λεφτά και να κάνεις ένα αριστούργημα. Αυτό το καθορίζει ένα μόνο πράγμα: το ταλέντο. Με το φιλμ δεν μπορούσε να καθοριστεί αυτό, γιατί ήταν μια πολύ δύσκολη διαδικασία επειδή κόστιζε πολλά χρήματα. Λέγαμε τότε 1:7, δηλαδή επτά λήψεις για να βγάλουμε τη μία. Από την άλλη το ψηφιακό, δημιουργεί μια σειρά από ευκολίες που δεν είμαι απόλυτα σίγουρος αν οι σκηνοθέτες από την πλευρά τους τις έχουν για καλό. Φαντάζομαι καταλαβαίνεις τι εννοώ. Αν με ρωτήσεις, εγώ απαντώ ναι, κάνω ψηφιακό σινεμά. Αν μου δινόταν η ευκαιρία να ξανακάνω φιλμ, οπωσδήποτε για ένα και μόνο λόγο: γιατί η χημική εικόνα έχει τόσο ανεπανάληπτα και χειροποίητα στοιχεία που ταιριάζουν στο ανεξάρτητο σινεμά και μπορείς να πειραματιστείς πάρα πολύ. Όλα τ’ άλλα, ακόμα και αυτό που λέμε color grading και color correction, είναι δημιουργήματα και δεν έχουν σχέση με την ύλη.

    Για τις νέες γενιές που πάνε κινηματογράφο τι έχεις να πεις; Πηγαίνουν σινεμά ή έχουν απομακρυνθεί απ’ αυτό; 


    Παρατηρώ μια μικρή μειοψηφία παιδιών που ζουν – όπως και εγώ ζούσα στην εποχή μου με μύθους και αυτοί οι μύθοι τους οδηγούν βήμα-βήμα είτε στο να είναι πραγματικοί σινεφίλ είτε δημιουργοί. Αυτοί όμως είναι μια μικρή μειοψηφία. Οι υπόλοιποι καταναλώνουν το σινεμά όπως καταναλώνουν όλα τα πράγματα. Κατεβάζουν ταινίες παράνομα, πηγαίνουν στα multiplex, αντιμετωπίζουν τελείως επιδερμικά τον κινηματογράφο. Τον αντιμετωπίζουν τόσο επιδερμικά λόγω έλλειψης κινηματογραφικής παιδείας σε συνδυασμό με τη ζημιά που έχουν κάνει τα χιλιάδες site και περιοδικά, τα οποία τους έχουν στρέψει να βλέπουν μονόπλευρα το σινεμά και όχι το σινεμά όπως εγώ που μπορώ να δω από ένα γουέστερν μέχρι μια επιστημονική φαντασία μέχρι Ταρκόφσκι με το ίδιο μάτι. Αυτά τα παιδιά κοιτάζουν μονόπλευρα το σινεμά και κάτι το οποίο είναι πιο ψαγμένο, πιο αργό, πιο τελετουργικό, πιο πνευματικό, το χλευάζουν και το απορρίπτουν χωρίς να του δώσουν μια ευκαιρία να καταλάβουν ότι ο κινηματογράφος είναι εμπειρία. Ο κινηματογράφος δεν είναι καταναλώνω θέαμα όπως στην τηλεόραση. Είναι μια μοναδική στιγμή εμπειρίας. Μπορεί να ερωτευτείς, μπορεί και όχι. Όμως, είναι κάτι μοναδικό. Άσε λοιπόν τον εαυτό σου ελεύθερο όπως στη θάλασσα όταν επιπλέεις και σε παρασέρνει το κύμα. Μην ακούς κανένα στο σύστημα όσο και αν λένε ότι τα πράγματα είναι αλλιώς. Τα πράγματα εμείς θα τα καθορίσουμε. Πρέπει να είσαι ελεύθερος. Για να είσαι όμως ελεύθερος, θα πρέπει να βλέπεις και ελεύθερα χωρίς παρωπίδες. Γιατί οι περισσότεροι βλέπουν έτσι σήμερα. Διαβάζουν τα αστεράκια των κριτικών και πολλά ακόμα ανούσια πράγματα. Οι ταινίες δεν είναι καταναλωτικά προϊόντα. Ειδάλλως, είναι πολύ απλό το πράγμα. Μπες στο Netflix και κατανάλωσε – και μάλιστα πολύ πιο ευπρεπή πράγματα. Μπες εκεί και τελείωσε η υπόθεση. Δεν χρειάζεται να πας στο σινεμά να δώσεις λεφτά. Το μέλλον του κινηματογράφου για τους πιτσιρικάδες θα είναι αδυσώπητο. Το σινεμά εξελίσσεται σε μια τέχνη όπως οι υπόλοιπες τέχνες, δηλαδή για λίγους. Δεν έχει αποφασιστεί ακόμα το πρόβλημα αν είναι τέχνη ή βιομηχανία θεάματος. Αυτό το ερώτημα επανέρχεται διαρκώς. Όσο άνθρωποι σαν τους δημιουργούς που αναφέραμε νωρίτερα πάνε μπροστά τον κινηματογράφο σαν γλώσσα, τόσο υπάρχουν και άλλοι που το αναπαράγουν σαν θέαμα. Επειδή ο κόσμος δεν το διαχειρίζεται σωστά και τα βάζει όλα στο ίδιο τσουβάλι – όπως ενδεχομένως να βάλει ένα λαϊκοπόπ μαζί με τον Ιάννη Ξενάκη λέγοντας πως και τα δύο είναι μουσική – υπάρχουν λάθος συμπεράσματα. Δεν γίνεται αν δεν έχεις μουσική παιδεία – ή ακόμα αν δεν έχεις γενικότερη παιδεία – να κατανοήσεις τη διαφορά. Αναφέρω ακραία παραδείγματα. Ο νέος σήμερα για να βρει το διαφορετικό πρέπει να σκάψει πολύ βαθιά, να ακούσει εναλλακτικά πράγματα. Χρειάζεται ο ένας να μιλάει με τον άλλον για να ανακαλύψουνε πράγματα. Δεν μπορείς να μείνεις στα ίδια. Ανοίγεις το ραδιόφωνο και, αν εξαιρέσεις ένα-δύο σταθμούς, οι υπόλοιποι παίζουν από playlist τα ίδια πράγματα συνέχεια κάθε μέρα. Πολλά κομμάτια είναι μάλιστα αναπαραγωγές παλαιότερων κομματιών. Λόγος για πρωτογενή δημιουργία ούτε που γίνεται. Μου λέει η κόρη μου, που είναι 15 χρονών, πως δεν της άρεσε το αυθεντικό τραγούδι και προτιμάει το ριμέικ που παίζει στο ραδιόφωνο. Αυτό γίνεται και με τις ταινίες, είναι συγκλονιστικό. Πες μου, τι σχέση έχει το πρώτο «Άλιεν» του Ρίντλεϊ Σκοτ με τα υπόλοιπα; Κατασκευαστικά μπορεί να είναι όλα άρτια αλλά μόνο η πρώτη ταινία έδειχνε τη σκοτεινή πλευρά του καπιταλισμού, γιατί πρόκειται για μια τρελή αλληγορία για το σύστημα. Τους εξοντώνει όλους και φαίνεται ελάχιστα. Κάτι σαν τα funds των μεγάλων εταιρειών. Τα διευθυντικά στελέχη των μεγάλων εταιρειών όχι μόνο δεν φαίνονται αλλά το ίδιο το σύστημα τους αλέθει. Άλλος σήμερα, άλλος αύριο, άλλος μεθαύριο. Γι’ αυτό το πρώτο «Άλιεν» είναι τεράστια ταινία. 




    Τι πιστεύεις για τα βραβεία και τις διακρίσεις; 


    Όσον αφορά τα βραβεία της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, οφείλω να σου πω ότι ήμουν από τα ιδρυτικά της μέλη. Παρόλο αυτά, δεν θα σου κρύψω την απογοήτευσή μου αν και ήμουν πολλές φορές υποψήφιος με τις ταινίες μου. Δεν έχω πάρει ποτέ βραβείο. Από την άλλη, στο εξωτερικό έχω πάρει αρκετά. Και σε διάφορα φεστιβάλ στην Ελλάδα. Στην Ακαδημία όμως όχι. Νομίζω είναι ένας πολύ περίεργος θεσμός και έτσι όπως είναι φτιαγμένος ευνοεί συγκεκριμένα πράγματα. Δεν υπαινίσσομαι διαπλοκή, αλλά είναι διαμορφωμένο έτσι το σύστημα των βραβείων που δημιουργεί ερωτηματικά. Αν με ρωτήσεις αν θεωρώ τον εαυτό μου αδικημένο στο συγκεκριμένο θεσμό, τον θεωρώ πολύ αδικημένο. Με το «Guilt» συνέβη το εξής παράδοξο: ήμουν υποψήφιος για Καλύτερη Ταινία και δεν είχα υποψηφιότητα σε καμία άλλη κατηγορία. Είχαμε πολύ αξιόλογα σκηνικά και κοστούμια – σε σύγκριση με τις υπόλοιπες ταινίες της κατηγορίας – και δεν είχαμε καν υποψηφιότητα. Αυτό μου γέννησε μερικά ερωτήματα. Κάτι αντίστοιχο συνέβη και με τις «Γραμμές». Υποψηφιότητα για φωτογραφία και μουσική ούτε λόγος. Κάτι δεν γίνεται σωστά. Εγώ δηλώνω τη δυσαρέσκειά μου απέναντι σε αυτό. Μου λένε πως έτσι ψήφισαν οι συνάδελφοι. Οι συνεργασίες και οι φιλίες, όμως, δείχνουν πως επηρεάζουν τελικά. Εγώ προτιμώ να νοιάζομαι για τους συνεργάτες μου περισσότερο, οι οποίοι τα δίνουν όλα σε κάθε ταινία. 



    Πες μου λίγα πράγματα για τη συμβολή των φεστιβάλ του εξωτερικού. Πιστεύω πως βοηθούν στην εξέλιξη μιας ταινίας. 


    Εγώ πρώτα απ’ έξω ξεκινάω. Βλέπω ότι πάει καλά έξω στα φεστιβάλ και μετά συνεχίζω εντός. Εδώ υπάρχουν οι αντιφάσεις. Να έχεις στο νου σου ότι οι ενεργοί κινηματογραφιστές στην Ελλάδα αυτή τη στιγμή δεν είναι πάνω από 40 άτομα. Δεν είμαστε παραπάνω σίγουρα. Αυτοί που κάνουν ανά πάνω-κάτω τρία χρόνια μια μεγάλου μήκους ταινία. Δεν μπορεί το 1/3 από αυτούς να διακρίνεται διεθνώς και στη χώρα μας να πατώνουμε στα εισιτήρια. Εδώ υπάρχει τεράστια αντίφαση, την οποία δεν εξηγεί κανείς. Υπάρχει συνάδελφος αυτή τη στιγμή που είχε πάει στο Βερολίνο με την ταινία του και η ταινία του έκανε ελάχιστα εισιτήρια. Με λίγα λόγια, δε σημαίνει ούτε το Βερολίνο τίποτα ούτε οι Κάννες τίποτα ούτε η Βενετία τίποτα. Αυτό το φαινόμενο είναι κάτι που πρέπει να ψάξουμε βαθιά και χωρίς υστερίες, να το ερευνήσουμε καλά. Να κατανοήσουμε για ποιο λόγο ο Έλληνας θεατής αρνείται να δει καλές ελληνικές ταινίες. Παραδόξως βλέπει κακές ελληνικές ταινίες, του ποπ-κορν. Θεωρώ ως πρώτη αιτία αυτού τη δυσφήμιση που έχει υποστεί το νέο ελληνικό σινεμά από τα μέσα ενημέρωσης και από συγκεκριμένους κριτικούς κινηματογράφου, οι μιλούν με το χειρότερο τρόπο. Αυτό είναι αδιανόητο. Υπήρξαν άνθρωποι που πέθαναν κυριολεκτικά ώστε να κάνουν και να ολοκληρώσουν τις ταινίες τους. Ευτυχώς τους τίμησαν και τους κάνανε αίθουσες στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Είναι οι νεκροί του συστήματος. Αυτοί πέθαναν μικροί σε ηλικία από στεναχώριες, από αρρώστιες, από φτώχεια. 



    Με τη διανομή των ταινιών στις αίθουσες, τι πιστεύεις; 


    Αυτό ίσως είναι και το μεγαλύτερο ζήτημα του ελληνικού κινηματογράφου! Διανομή για ελληνικές ταινίες δεν υπάρχει. Αν αρχίσουμε από αυτό, ίσως αντιληφθούμε αργά ή γρήγορα το ζήτημα. Αν ξεκινήσουμε από τη διαπίστωση ότι δεν υπάρχει διανομή. Γιατί λέω δεν υπάρχει; Διότι οι διανομείς κάνουν ένα μεγάλο λάθος: παίρνουν πάρα πολλές ταινίες για να διανείμουν. Αυτό είναι πέρα για πέρα συγκλονιστικό. Πας σε μεγάλες εταιρείες-κολοσσούς της Γαλλίας ή της Γερμανίας και βγάζουν 7-10 ταινίες το χρόνο. Σίγουρα όχι παραπάνω. Εδώ πάλι… Αν σκεφτείς πόσες ταινίες παίρνει μια εταιρεία και μετά πολλαπλασιάσεις και με πόσες εταιρείες διανομής υπάρχουν στην Ελλάδα, τι να κάνει ο κακομοίρης ο Έλληνας μέσα σε αυτό το χάος; Σου λέει μετά «It’s all about money, my friend». Και όμως, με αυτή την πολιτική ούτε λεφτά βγάζουν και τείνουν να κάνουν σφάλμα και οι ίδιοι. Είναι λάθος και για τους ίδιους στο τέλος. Όλο το σύστημα είναι λάθος και απορώ ποιοι αποφασίζουν γι’ αυτό. Σου λένε στο τέλος ότι ο Έλληνας θεατής δεν θέλει να δει Κεν Λόουτς. Τον ρώτησε κανείς τον Έλληνα θεατή; Ο Ανρί Λανγκλουά, ο τότε Πρόεδρος της Γαλλικής Ταινιοθήκης, είναι το πρόσωπο που ευθύνεται για όλη τη Nouvelle Vague. Οι σπουδαίοι Γάλλοι σκηνοθέτες περνούσαν αμέτρητες ώρες στην Γαλλική Ταινιοθήκη βλέποντας ταινίες. Αυτός ο άνθρωπος έλεγε πως κρατάει την ταινία με ένα και με δύο θεατές! Με αυτό τον τρόπο μπορούσε να δημιουργήσει κοινό. Επέμενε και δεν κατέβαζε τις ταινίες την επόμενη μέρα. Εδώ η Ταινιοθήκη της Ελλάδος προβάλλει το «Joker»! Για ποιο λόγο; Έχει ανάγκη να το κάνει αυτό; Αντιθέτως, η μία αίθουσα της Ταινιοθήκης έπρεπε να προβάλλει συνέχεια ελληνικές ταινίες από το πρωί μέχρι το βράδυ. Ενδιαφέρουν τα εισιτήρια την Ταινιοθήκη της Ελλάδος; Δεν είναι όλα πάνω στο κέρδος. Ειδάλλως να τη δώσει στο κράτος αν θέλουμε τα πράγματα να γίνουν σωστά. Λείπουν μηχανισμοί που θα μπορούσαν να υποστηρίξουν τη διάρκεια της διανομής. Οι Έλληνες διανομείς πρέπει να καταλάβουν για το καλό τους. Αυτά τα συζητάνε όλοι μεταξύ τους, δεν είναι κάτι κρυφό. 




    Η κινηματογραφική αίθουσα έχει μέλλον; Θα την στηρίξουν οι νεότεροι; 


    Αυτό είναι πολύ σοβαρό ζήτημα, ίσως ακόμα περισσότερο από τα προηγούμενα. Το μέλλον του κινηματογράφου, δυστυχώς, φοβάμαι πως δεν βρίσκεται στην αίθουσα. Έχω μία εκτίμηση και θα ευχηθώ να πέσω έξω. Φοβάμαι ότι ο κινηματογράφος φεύγει από την κατάσταση που τον έχουμε συνηθίσει. Δεν ξέρω σε πόσο διάστημα θα γίνει αυτό. Φεύγει από την κοινωνική του κατάσταση στην αίθουσα και πηγαίνει στον λεγόμενο πολιτισμό της οθόνης. Πάμε σε μια επικοινωνία του ανθρώπου με το έργο εντελώς διαφορετική. Το ερώτημα αν ο κινηματογράφος είναι τέχνη ή βιομηχανία του θεάματος παραμένει. Είναι μάλλον και τα δύο. Όμως, επειδή ο κινηματογράφος είναι ακριβός σε σχέση με τις υπόλοιπες τέχνες, ανησυχώ μήπως γίνει κάτι ελιτίστικο. Η διανομή και η προβολή ταινιών θα γίνει κάτι τρομακτικά κλειστό και για λίγους. Αυτό θα επηρεάσει και την παραγωγή. Το σινεμά του δημιουργού εξαφανίζεται. Το μαζικό θα εξακολουθεί να είναι καταναλωτικό προϊόν. Δεν είναι μόνο θέμα αίθουσας αλλά έχει να κάνει και με τον τρόπο που αναπαράγεται. Το ανεξάρτητο και πραγματικό σινεμά θα συνεχίσει να υπάρχει. Όσο υπάρχει αυτό το σύστημα που εξαρτά τον κινηματογράφο από το νόμο της αγοράς, τόσο θα υπάρχει χάσμα ανάμεσα στο σινεμά του δημιουργού και το καταναλωτικό σινεμά του θεάματος. Δεν θέλω να φανώ απαισιόδοξος αλλά νομίζω ότι το σινεμά όπως το ξέρουμε πεθαίνει. Μακάρι να διατηρηθούν στο χρόνο τα αριστουργήματα του παγκόσμιου κινηματογράφου. Φαντάζεσαι να δει ένας άνθρωπος από το έτος 3000 τον «Καθρέπτη» του Ταρκόφσκι; Τι θα μας έλεγε άραγε; Μπορεί και τίποτα. Όμως, η εμπειρία αυτή θα ήταν συγκλονιστική.

    Αιώνιος Εκδικητής
    • ΜΗ ΞΕΧΑΣΕΙΣ ΝΑ ΣΧΟΛΙΑΣΕΙΣ
    • Facebook Comments
    Item Reviewed: Ο σκηνοθέτης Βασίλης Μαζωμένος εξομολογείται στο Filmboy! Rating: 5 Reviewed By: Alex Kyriazis
    Scroll to Top