• Latest News

    Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2018

    Κριτική: The Housemaid (Cô Haû Gaí) (2016)




    Σε μια βιομηχανία πλήρως ελεγχόμενη από το κράτος, οι ταινίες τρόμου δεν είναι ακριβώς το «αναμενόμενο», ειδικά όταν το 2007 οι αρχές του Βιετνάμ απέτρεψαν τους σκηνοθέτες από το να παράγουν ταινίες υπερφυσικού και τρόμου «με ακατανόητη πλοκή και υπερβολικό τρόμο». 
    Παρόλα αυτά, κάποιες ταινίες αυτού του είδους εμφανίστηκαν τα τελευταία χρόνια, με την ταινία “The Housemaid”, η οποία ανακηρύχτηκε η τρίτη εμπορικότερη ταινία τρόμου στην ιστορία του Βιετνάμ, να είναι ένα από τα καλύτερα παραδείγματα.

    Η ιστορία διαδραματίζεται στο Βιετνάμ του 1953 κατά τη διάρκεια του Πρώτου Πολέμου της Ινδοκίνας, και περιστρέφεται γύρω από την Linh, ένα υπάκουο και σκληρά εργαζόμενο ορφανό κορίτσι, που πηγαίνει στο Sa Cat, μια πρώην φυτεία καουτσούκ η οποία υπολειτουργεί λόγω του πολέμου, ψάχνοντας δουλειά σαν υπηρέτρια. 
    Ο Sebastian Laurent είναι ένας Γάλλος λοχαγός, ιδιοκτήτης της φυτείας και της τεράστιας έπαυλης, αλλά οι μόνοι που φαίνονται να έχουν απομείνει εκεί, είναι η κυρία Han που επιβλέπει το σπίτι, και άλλοι δύο υπηρέτες, η κυρία Ngo, η μαγείρισσα που ασχολείται με τη μαγεία και ο κύριος Chau, ένας περίεργος επιστάτης ο οποίος είναι υπεύθυνος για τις εξωτερικές δουλειές. 

    Η κυρία Han λυπάται το κορίτσι και αποφασίζει να την προσλάβει, αλλά σύντομα η Linh έρχεται αντιμέτωπη με μια σειρά υπερφυσικών φαινομένων τα οποία περιλαμβάνουν κυρίως, την νεκρή πλέον σύζυγο του Sebastien, την Camille και έναν αριθμό εργατών οι οποίοι βρήκαν τραγικό θάνατο στη φυτεία κατά το παρελθόν. 
    Παρόλα αυτά, και ακόμα περισσότερο μετά τον πυροβολισμό του λοχαγού από τους Βιετναμέζους κατά την επιστροφή του στο σπίτι, η Lihn και το αφεντικό της έρχονται πιο κοντά. 
    Η αναπάντεχη επιστροφή της Madeleine, μιας γυναίκας από το παρελθόν του Laurent ,κάνει την κατάσταση ακόμα πιο περίπλοκη.

    Ο Derek Nguyen, στην πρώτη σκηνοθετική του απόπειρα, δημιουργεί ένα γοτθικό θρίλερ που συναρπάζει με την ατμόσφαιρά του καθώς εκμεταλλεύεται στο έπακρο το τοπίο, τόσο της μπαρόκ/ γοτθικής έπαυλης όσο και του απόκοσμου εξωτερικού χώρου, όπου το «στοιχειωμένο δάσος» αναδεικνύεται με τον καλύτερο τρόπο. 
     Η φωτογραφία του Sam Chase είναι ένα από τε μεγαλύτερα ατού της ταινίας μαζί με τα σκηνικά του Jose Mari Pamintuan, με τους δυο τους να καταφέρνουν να τονίσουν κάθε πτυχή του σκηνικού με τον πιο τρομαχτικό τρόπο.



    Αν και η ταινία φαίνεται κάπως συνηθισμένη στην αρχή (στοιχειωμένο σπίτι, η υπηρέτρια που ερωτεύεται το αφεντικό κτλ.), όσο προχωράει η πλοκή, ένας αριθμός ανατροπών έρχονται στην επιφάνεια, οι οποίες μειώνουν το στοιχείο του υπερφυσικού και προσθέτουν στην ταινία ένα άλλο επίπεδο, το οποίο την κάνει να ξεχωρίζει από τον μέσο όρο παρόμοιων ταινιών.

    Ο Nguyen ξεκινάει την ταινία δυναμικά, με μια εντυπωσιακή σκηνή τρόμου που προϊδεάζει για την ατμόσφαιρα του φιλμ, ειδικά μέσω του «κοφτού» μοντάζ του Stephane Gauger και τους απότομους ήχους του Franck Desmoulins.
    Μολαταύτα, η τακτική αυτή κάνει το μεσαίο μέρος της ταινίας να φαίνεται κάπως αργό και χωρίς εξέλιξη, την ώρα που ο Nguyen χτίζει το ρομαντικό κομμάτι της ιστορίας, το οποίο περιλαμβάνει και έναν αριθμό ερωτικών σκηνών. 

    Η ταινία ξαναβρίσκει τον ρυθμό της προς το τέλος, αλλά αρκετή από την ατμόσφαιρα η οποία δημιουργήθηκε στην αρχή έχει ήδη χαθεί. 
    Το τέλος πάντως, μας αποζημιώνει πλήρως.

    Η Kate Nhung κάνει καταπληκτική δουλειά σαν Lihn, παρουσιάζοντας την «χωριάτικη» φύση της αρκετά πειστικά, ενώ ο τρόπος με τον οποίο ερωτεύεται το αφεντικό της και οι αλλαγές οι οποίες βιώνει μετά από αυτό το γεγονός, είναι αρκετά πειστικές. 
    Η Kim Xuan σαν κυρία Han και o Kien An σαν κύριος Chau συμβάλουν στην τρομακτική ατμόσφαιρα της ταινίας, ενώ η Phi Phung σαν κυρία Ngo παίζει τον ρόλο του συνδέσμου ανάμεσα στους υπόλοιπους χαρακτήρες. 

    Από την άλλη μεριά, ο Jean-Michel Richaud είναι αδιάφορος σαν λοχαγός Laurent και σε πολλές σκηνές μοιάζει παράταιρος, αν και αυτό θα μπορούσε να οφείλεται στις προθέσεις του σκηνοθέτη. 
    Το ίδιο ισχύει και για τη Rosie Felner ως Madeleine, σε πολύ μικρότερο ρόλο όμως.

    Το “The Housemaid” έχει τα ελαττώματα του, αλλά είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα και διασκεδαστική ταινία, που θα ικανοποιήσει όλους τους φίλους των ταινιών τρόμου, καθώς παρουσιάζει μια διαφορετική προσέγγιση μέσα από τον έρωτα και έχει και μια ικανοποιητική ανατροπή της πλοκής προς το τέλος.

    Παναγιώτης Κοτζαθανάσης.



    • ΜΗ ΞΕΧΑΣΕΙΣ ΝΑ ΣΧΟΛΙΑΣΕΙΣ
    • Facebook Comments
    Item Reviewed: Κριτική: The Housemaid (Cô Haû Gaí) (2016) Rating: 5 Reviewed By: Panos Kotzathanasis
    Scroll to Top