• Latest News

    Πέμπτη, 7 Ιουνίου 2018

    Κριτική: Στο Βαθύ Γαλάζιο - Submergence (2017)



    Όταν μου ανατέθηκε η κριτική του Submergence, πρέπει να ομολογήσω ότι δεν πέταξα και από τη χαρά μου. 
    Είναι κοινό μυστικό ότι ο Wim Wenders, με εξαίρεση τα ντοκιμαντέρ, έχει χάσει το χρυσό του άγγιγμα από τη δεκαετία του ’90 ακόμα, ενώ και αυτή η τελευταία του ταινία έφτασε στην Ελλάδα με πολύ μέτριες προς κακές κριτικές. 
    Παραδόξως, η βουτιά στο βαθύ γαλάζιο ήταν πολύ πιο απολαυστική απ’ ότι περίμενα…

    Η Danielle (Alicia Vikander, Tomb Raider), είναι μια νεαρή και ταλαντούχα βιομαθηματικός που βρίσκεται ένα βήμα από τη πραγματοποίηση του ονείρου της, τη κατάδυση και βιολογική έρευνα του κατώτατου τμήματος του ωκεανού. 
    Ο James (James McAvoy, Atomic Blonde) είναι πράκτορας της MI5, που ακολουθώντας μια πληροφορία για την ενεργοποίηση ενός τρομοκρατικού πυρήνα που έχει στόχο πολλαπλές βομβιστικές επιθέσεις στην Ευρώπη, φεύγει για αποστολή στη Σομαλία.

    Λίγο πριν ξεκινήσουν τα ταξίδια τους, οι δύο συναντιούνται τυχαία σε ένα μικρό ξενοδοχείο στις ακτές της Νορμανδίας. 
    Η έλξη είναι άμεση και αμοιβαία με τη σχέση να εξελίσσεται γοργά. 
    Η μέρα του αποχαιρετισμού έρχεται, το ζευγάρι χωρίζει, όμως η ιστορία έχει μόλις ξεκινήσει με τον James να καταλήγει αιχμάλωτος σε ένα μπουντρούμι του Μογκαντίσου.

    Το σενάριο του Erin Dignam (The Last Face) είναι βασισμένο στο ομότιτλο βιβλίο του J. M. Ledgard.
    Έχουμε να κάνουμε ουσιαστικά με τρεις ταινίες σε μία - μια ρομαντική που ανοίγει την αυλαία και ένα θρίλερ επιβίωσης κι ένα δράμα που εξελίσσονται στη συνέχεια παράλληλα.

    Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. 
    Η ταινία ξεκινάει ρίχνοντάς μας στη μέση της ιστορίας, χωρίς να καταλαβαίνουμε τι βλέπουμε και τι συμβαίνει, με ένα εξαιρετικά κοφτό μοντάζ που εκείνη τη στιγμή ξενίζει. 
    Μετά τη σύντομη αλλά αρκετά άχαρη εισαγωγή, κάνουμε rewind και αφού μας συστήνονται οι δύο ήρωες έρχεται πολύ γρήγορα η ώρα της γνωριμίας τους.

    Ξεκάθαρα, οι Alicia Vikander και James McAvoy δεν είναι το ζευγάρι που εκπέμπει χημεία με τη πρώτη ματιά, ούτε με τη δεύτερη, ούτε με την πέμπτη μη σου πω. 
    Εδώ όμως η ταινία κάνει τη κίνηση ματ και αντί για μια σύντομη σεκάνς γνωριμίας που φτάνει στο κρεβάτι μέσα σε τρεις σκηνές, επιλέγει να αφιερώσει ένα χορταστικό μισάωρο παρουσιάζοντας ίσως την πιο ρεαλιστική αλλά και ταυτόχρονα μυθιστορηματική boy-meets-girl ιστορία που έχουμε δει εδώ και πολλά χρόνια, αναπτύσσοντας άψογα τη σχέση τους, και πείθοντας απόλυτα το θεατή για τον έρωτά τους. 


    Δεν μπορούμε βέβαια να παραβλέψουμε την ενοχλητικά ρηχή παρουσίαση των ίδιων των χαρακτήρων, για τους οποίους ουσιαστικά δε γνωρίζουμε απολύτως τίποτα πέραν των ονομάτων και των επαγγελμάτων τους.

    Τα ταξίδια και των δύο ξεκινούν με τον James να καταλήγει αμέσως στο μπουντρούμι και την Dani, που δε ξέρει το πραγματικό του επάγγελμα, να αναρωτιέται γιατί εκείνος δεν απαντάει στα μυνήματά της. 
    Χρονικά βρισκόμαστε περίπου στο 50λεπτο από τα 110 λεπτά του φιλμ, και αυτό έχει μεγάλη σημασία γιατί ουσιαστικά η πλοκή της ταινίας έχει σχεδόν τελειώσει. 

    Ολόκληρη η υπόλοιπη ώρα αναλώνεται στην παράλληλη και σε αντιδιαστολή παρουσίαση της ζωής της Dani πάνω στο πλοίο τη πορεία προς το σημείο όπου θα γίνει η κατάδυση και πώς ο έρωτάς της γίνεται τροχοπέδη στη δουλειά της αφού δεν την αφήνει να συγκεντρωθεί, ενώ ο James παραμένει σταθερά αιχμάλωτος με τους τζιχαντιστές να προσπαθούν να τον “σπάσουν” ώστε να ομολογήσει ότι είναι πράκτορας, και να τον προσηλυτίσουν, και τα αντίστοιχα συναισθήματά του για εκείνη να είναι η σανίδα σωτηρίας του. 

    Υποδερμικά υπάρχουν αρκετές αλληγορίες γύρω από τη ζωή και το θάνατο, το φως και το σκοτάδι, το ρόλο του νερού και τη δημιουργία της ζωής, όμως τίποτα που να αναπτύσσεται περαιτέρω, ούτε που να καταφέρνει να γεμίσει τον άπλετο νεκρό χρόνο.

    Εδώ ερχόμαστε όμως στον κομβικό ρόλο του Wim Wenders και στο πώς τα μαγικά του πλάνα καταφέρνουν να κάνουν όχι μόνο αυτό το χρόνο αλλά ολόκληρο το φιλμ, πολύ πιο απολαυστικό απ’ όσο ίσως άξιζε. 
    Ο καθένας μπορεί να τον κατηγορήσει για χίλια δυο ελαττώματα, όμως κανείς δε μπορεί να αρνηθεί ότι είναι ένας εμβληματικός κινηματογραφιστής με την εξωπραγματική ομορφιά των πλάνων του και το διαολεμένο μοντάζ, να δίνει ζωή ανάσα ζωής στο φιλμ, κρατώντας το θεατή, μπορεί όχι στην άκρη της καρέκλας του, αλλά σίγουρα με τα μάτια καρφωμένα στο πανί. 

    Οι Benoît Debie (Enter the Void) στη διεύθυνση φωτογραφίας, Toni Froschhammer (Every Thing Will Be Fine) στο μοντάζ και Fernando Velázquez (Crimson Peak) στη μουσική, αξίζουν από ένα βραβείο τιμής ένεκεν.

    Για να μη σας παρανεθουσιάζω, το Submergence είναι μια ταινία με πολλά, πάρα πολλά προβλήματα, τα οποία όμως με πλάγιους τρόπους καταφέρνει να τα κρύψει κάτω από το χαλί. 
    Είναι ρηχή, είναι άνευρη, είναι σε πολύ μεγάλο μέρος της κενή και στατική, αλλά και μόνο για εκείνο το ρομαντικό μισάωρο στην αρχή, τα όμορφα πλάνα, το μοντάζ και τη μουσική, αξίζει να του δώσετε μια ευκαιρία.

    Στους κινηματογράφους από 7 Ιουνίου.

    Αλέξανδρος Κυριαζής.

    • ΜΗ ΞΕΧΑΣΕΙΣ ΝΑ ΣΧΟΛΙΑΣΕΙΣ
    • Facebook Comments
    Item Reviewed: Κριτική: Στο Βαθύ Γαλάζιο - Submergence (2017) Rating: 5 Reviewed By: Konstantinos
    Scroll to Top