• Latest News

    Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2015

    Best Asian Films: The Ballad of Narayama (1983)




    Πρόκειται για ένα πραγματικό αριστούργημα που δικαιολόγησε απόλυτα την βράβευσή του με το Palme d'Or το 1983 στις Κάννες, καθώς και την πληθώρα των υπόλοιπων, εγχώριων και μη, βραβείων που εισέπραξε. 

    To σενάριο βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Shichirou Fukasawa, το οποίο ήταν το πρώτο του, εκδόθηκε το 1956 και κέρδισε το αναγνωρισμένο βραβείο Chuuou Kouron, για τον καλύτερο νέο συγγραφέα, ενώ πολύ γρήγορα έγινε best seller. 

    Έχει μεταφερθεί στον κινηματογράφο ακόμα μια φορά, το 1958, με σκηνοθέτη τον Keisuke Kinoshita

    Η σημαντικότερη διαφορά ανάμεσα στις δύο μεταφορές είναι πως ο Imamura εμπλέκει ουσιαστικά δύο βιβλία του συγγραφέα, το ομώνυμο, το οποίο αποτελεί την ραχοκοκκαλιά του σεναρίου και το The Non-heir son in the family of Tohoku, στο οποίο βασίζονται τα γεγονότα που αφορούν τον δεύτερο γιο της Orin, Risuke.

    Η ιστορία εκτυλίσσεται σε ένα απομονωμένο ορεινό χωριό 100 χρόνια πριν, όπου η  ζωή  είναι πάρα πολύ δύσκολη, κυρίως εξαιτίας της έλλειψης φαγητού, αλλά και του συνεχούς σχεδόν ψύχους. 

    Χαρακτηριστικό είναι πως οι κάτοικοι μπορούν να γεύονται λευκό ρύζι μόνο μια φορά το χρόνο, κατά τη διάρκεια ενός φεστιβάλ. 
    Η οδυνηρή αυτή κατάσταση έχει ως αποτέλεσμα μια σειρά κανόνων-νόμων, οι οποίοι μπορούν να χαρακτηριστούν το λιγότερο απάνθρωποι.

    Ο πατέρας της οικογένειας, ονομάζεται Totsan, μία λέξη που ουσιαστικά σημαίνει πατέρας, αλλά στη ζωή του χωριού, ήταν ένας τίτλος, ο οποίος συνόδευε γενικότερα τον αρχηγό της οικογένειας. 

    Αυτός μπορούσε να είναι μόνο ο πρωτότοκος γιος, στον οποίο τα υπόλοιπα αδέρφια αναφέρονταν επίσης ως Totsan, ενώ αν πέθαινε τον τίτλο έπαιρνε ο δικός του πρωτότοκος γιος. 

    Τα υπόλοιπα παιδιά της οικογένειας ονομάζονταν yakko, και περνούσαν τη ζωή τους υπηρετώντας τον totsan. 

    Για να ξεχωρίζουν, απαγορευόταν να ξυρίζονται και να χτενίζονται. 
    Επιπλέον δεν επιτρεπόταν να παντρευτούν ή να αποκτήσουν παιδιά.

    Η γέννηση θηλυκού παιδιού θεωρούνταν τυχερή, γιατί η οικογένεια μπορούσε να πουλήσει το παιδί σε άλλη οικογένεια ή σε κάποιον έμπορο. 
    Στη συγκεκριμένη περίπτωση την αρμοδιότητα αυτή έχει ένας έμπορος αλατιού.

    Η πλειονότητα των κοριτσιών αυτών κατέληγε στα πορνεία μετά την πώληση τους, από γονείς, οι οποίοι δεν ήθελαν ή δεν μπορούσαν, να τα συντηρήσουν.

    Ακόμα σκληρότερη ήταν η μεταχείριση των αρσενικών βρεφών, τα οποία στην περίπτωση που η οικογένεια δεν μπορούσε να τα συντηρήσει, κυριολεκτικά τα πετούσε, συνήθως μάλιστα κοντά σε κάποιο χωράφι ρυζιού, ώστε τα πτώματα να λειτουργήσουν ως λίπασμα.

    Αν κάποιο μέλος μιας οικογένειας υπέπεφτε σε παράπτωμα, όλα τα μέλη υποχρεώνονταν να απολογούνται στον θεό του βουνού (Narayama) για δύο γενιές, το οποίο πρακτικά σήμαινε πως έπρεπε να μοιράζονται το φαγητό τους με το υπόλοιπο χωριό.

    Τέλος οι ηλικιωμένοι, οι οποίοι έφταναν το εβδομηκοστό έτος της ηλικίας τους, φορτώνονταν στην πλάτη του πρωτότοκου γιου και μεταφέρονταν στο όρος Narayama, όπου ουσιαστικά αφήνονταν για να πεθάνουν, μιας και η οικογένεια δεν είχε την πολυτέλεια να τους συντηρεί σε τέτοια ηλικία.

    Σε αυτήν την απάνθρωπα πραγματιστική κοινωνία, ζει η Orin, μητριαρχική φιγούρα της οικογένειας, μαζί με τον χήρο γιο της, Tatsuhei, τα παιδιά του, Kesakichi, Tomekichi και ένα βρέφος θηλυκού γένους και τον μικρότερο αδερφό του, Risuke. 

    H Orin, είναι ήδη 69 ετών και προετοιμάζει το έδαφος για την αποχώρηση της, προσπαθώντας να κλείσει όλες τις εκκρεμότητες που αφορούν την οικογένεια της.

    Έτσι, κανονίζει το γάμο του Tatsuhei με μία χήρα από το διπλανό χωριό, την Tamayan, στην οποία και διδάσκει όλα την τέχνη της, από την διαχείριση των εργασιών του σπιτιού μέχρι το πως να ψαρεύει με επιτυχία. 

    Τα σχέδια της χαλούν για λίγο, όταν ο ανώριμος Kesakichi, προσθέτει ως μέλος της οικογένειας την ερωμένη του, Matsu, η οποία μάλιστα προέρχεται από μια οικογένεια, τους Amaya, η οποία είχε κατηγορηθεί στο παρελθόν πως έκλεβε φαγητό από τους υπόλοιπους, πρακτική που φαίνεται να συνεχίζει και η ίδια.

    Όταν όμως η κοινότητα διαπιστώνει πως οι Amaya συνεχίζουν τις τακτικές των προγόνων τους, η Orin βρίσκει τρόπο να δώσει λύση και σε αυτό το πρόβλημα.

    Ο Risuke εν τω μεταξύ, αποτελεί τον περίγελο του χωριού, λόγω της έντονης δυσοσμίας που αναδύεται τόσο από το σώμα του όσο και από το στόμα του.

    Εξαιτίας της κατάστασης του αυτής, είναι ακόμα παρθένος, έχοντας μάλιστα σεξουαλικές σχέσεις μόνο με τον λευκό σκύλο του γείτονα, γεγονός που εξοργίζει τον Tatsuhei.



    Όσο περνάει ο καιρός και η κατάσταση του δεν βελτιώνεται, αρχίζει και γίνεται βίαιος και επιθετικός. 

    Όταν λοιπόν μία μέρα αποφασίζει να ξεσπάσει στο άλογο της οικογένειας, το οποίο είναι απαραίτητο στα χωράφια, ο Tatsuhei για να γλυτώσει τα χειρότερα, ζητάει από την γυναίκα του να κοιμηθεί με τον Risuke, αλλά εκείνη εμφανίζεται διστακτική. 
    Λύση και σε αυτό το πρόβλημα δίνει η Orin.

    Όταν τελειώνει με τις εκκρεμότητες της οικογενείας, ζητάει από τον Tatsuhei να την μεταφέρει στο Narayama. 
    Τα υπόλοιπα θα σας αφήσω να τα παρακολουθήστε μόνοι σας.

    Σκηνοθέτης της ταινίας όπως προείπαμε, o Shohei Imamura, στην κορυφαία στιγμή της καριέρας του. 
    Η απεικόνιση της δραματικής ζωής των κατοίκων των ορεινών χωριών της Ιαπωνίας, έναν αιώνα πριν, είναι τόσο ρεαλιστική, που αγγίζει τα επίπεδα ντοκιμαντέρ. 

    Πάντα όμως με το χαρακτηριστικό στυλ του δημιουργού της, το οποίο περιλαμβάνει αρκετές ερωτικές σκηνές, χιούμορ εκεί που δεν το περιμένει κανείς και κάποια πλάνα, τα οποία σίγουρα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν αποτρόπαια ρεαλιστικά. 

    Ιδιαίτερη μνεία θα πρέπει να γίνει στις σκηνές με τα δόντια της Orin, την τιμωρία των Amaya καθώς και στη σκηνή του τέλους, οι οποίες είναι πραγματικά συγκλονιστικές.

    Εξαιρετική επίσης δουλειά στην κινηματογράφηση από τον Masao Tochisawa, ο οποίος χαρίζει κάποια εκπληκτικά πλάνα.

    Ως Orin, η Sumiko Sakamoto, στην καλύτερη στιγμή της καριέρας της.
    Αποτυπώνει έναν εξαιρετικά δύσκολο χαρακτήρα, ο οποίος ενώ μπορεί να νιώσει τόσο μεγάλη αγάπη, παράλληλα μπορεί να φανεί απίστευτα σκληρός. 

    Αν προσθέσουμε σε αυτά τα χαρακτηριστικά και τις λίγες χιουμοριστικές σκηνές, τις οποίες φέρνει σε πέρας με μεγάλη επιτυχία, καθώς και το γεγονός πως σε ολόκληρη σχεδόν την ταινία περπατάει καμπουριασμένη, συνειδητοποιεί κανείς πόσο απαιτητικός ήταν ο ρόλος της, γεγονός που κάνει την αξία της παρουσίας της ακόμα μεγαλύτερη. 

    Θεωρώ ελαφρώς άδικο, πως επισκιάστηκε, από τους κριτικούς τουλάχιστον, από την απόδοση του Ogata.

    Ως Tatsuhei λοιπόν, ο Ken Ogata, o οποίος επίσης έχει πάρα πολύ καλή απόδοση. 
    Χαρακτηριστικές οι στιγμές του θυμού του, τις οποίες αποδίδει με άκρως κωμικό τρόπο, καθώς και η σκηνή της απολογίας του. 

    Το καλύτερο όμως το φυλάει για το τέλος, όπου στις σκηνές με την μεταφορά της Orin, δικαιολογεί τα πολυάριθμα βραβεία που έλαβε για την ταινία.

    Ως Risuke, o Tonpei Hidari, o οποίος έχει κυρίως κωμικό ρόλο, τον οποίο αποδίδει στην εντέλεια, κλέβοντας σε αρκετές σκηνές την παράσταση. 

    Η απόδοση του δεν φτάνει στα επίπεδα των προαναφερθέντων, αλλά δεν το απαιτεί και ο ρόλος του. 
    Σίγουρα θετική η παρουσία του.

    Όπως γίνεται κατανοητό, δεν είναι ιδιαίτερα «εύπεπτο» σαν φιλμ, λόγω του ωμού ρεαλισμού του, του αργού ρυθμού του και της σχετικά μεγάλης διάρκειάς του (130').  

    Πίσω όμως από όλα αυτά, όπως ανέφερα και στον πρόλογο, κρύβεται ένα πραγματικό αριστούργημα.

    Παναγιώτης Κοτζαθανάσης.


    • ΜΗ ΞΕΧΑΣΕΙΣ ΝΑ ΣΧΟΛΙΑΣΕΙΣ
    • Facebook Comments
    Item Reviewed: Best Asian Films: The Ballad of Narayama (1983) Rating: 5 Reviewed By: Panos Kotzathanasis
    Scroll to Top