• Latest News

    Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2014

    Ας μιλήσουμε για το Κορίτσι που Εξαφανίστηκε


    Το «Κορίτσι Που Εξαφανίστηκε» είναι μια πολυσυζητημένη ταινία.

    Όχι μόνο γιατί είναι ταινία ίσως του πιο αξιόπιστου ‘θριλερά’ σκηνοθέτη των τελευταίων 20 ετών, αλλά κι επειδή:
    α) βασίζεται σ’ ένα γνωστό (όχι τόσο στην Ελλάδα βέβαια) μπεστ-σέλερ μυθιστόρημα, 
    β) διαθέτει δύο αξιοπερίεργες –εκ πρώτης όψεως– επιλογές στο κεντρικό καστ, που σηκώνουν στις πλάτες τους όλη την ταινία: την δευτερα-τριταγωνίστρια Rosamund Pike που έπαιζε την Ανδρομέδα στην «Οργή των Τιτάνων» και τη γκόμενα σε κάμποσες ταινίες δράσης, και τον Ben Affleck που είναι μεν ‘της μόδας’, αλλά όχι ως ηθοποιός (συζητιέται πιο πολύ λόγω του κάστιγκ του ως νέος Μπάτμαν και λόγω του  Όσκαρ που πήρε ως παραγωγός (κι ήταν υποψήφιος ως σκηνοθέτης) με το «Argo»). 

    Επίσης, είναι αξιοσημείωτο πως η ταινία έχει προκαλέσει πολλές συζητήσεις για το θέμα της και τη δομή της και μάλιστα στη κριτική του Αντώνη Τολάκη, εδώ για το Filmboy, είχαμε και ρεκόρ σχολίων για τους τελευταίους 3 μήνες - διόλου τυχαίο που αυτό συνέβη με αφορμή την εν λόγω ταινία κι όχι για «Τα Τερατοκουτάκια»!

    Κι επειδή δεν μ’ αρέσει να αποκαλύπτω σημεία της πλοκής, θα γράψω έτσι ώστε να με πιάνετε όσοι έχετε κι όσοι δεν έχετε δει την ταινία.

    Όλα ξεκινούν πολύ κλασικά, σαν ένα τυπικό αστυνομικό φιλμ μυστηρίου όπου ερευνάται η τύχη της Έιμι Νταν η οποία ξαφνικά εξαφανίζεται από το συζυγικό σπίτι. 

    Σιγά-σιγά η υπόθεση παίρνει δημοσιότητα, μιας και η Έιμι ήταν το αντικείμενο έμπνευσης μιας δημοφιλούς σειράς παιδικο-εφηβικών μυθιστορημάτων που έγραφαν οι γονείς της. 

    Τα social media αρχίζουν και αφήνουν υπόνοιες για το ρόλο του συζύγου στην υπόθεση, ο σύζυγος ας πούμε ότι έχει πράγματα να κρύψει και τότε το αστυνομικό κλίμα μυστηρίου –το οποίο μέχρι τώρα έχει έναν σχετικά αργό, αλλά σταθερά κλιμακούμενο ρυθμό– χρωματίζεται έντονα με κοινωνική διάσταση, παίρνοντας μια απαλή απόχρωση κοινωνικού δράματος. 

    Μέχρι το 65%  περίπου της ταινίας έχουμε αυτό το ύφος, αλλά από κει και μετά συμβαίνει κάτι εντυπωσιακό: το φιλμ μετατρέπεται σ’ ένα κανονικό θρίλερ.

    Βέβαια, σ’ αυτό το δεύτερο, ‘θριλεράτο’ μέρος της ταινίας, ταυτόχρονα ενισχύεται και η κοινωνική πλευρά, οπότε ανά διαστήματα όντως βλέπεις κοινωνικό δράμα.


    Θρίλερ-κοινωνικό, θρίλερ-κοινωνικό, έτσι πάει η δουλειά μέχρι το ρεαλιστικότατο, τέλος.

    Αυτή η ολική εναλλαγή ειδών μέσα σε μία ταινία νομίζω πως είναι κάτι που πρώτη φορά κάνει τόσο ξεκάθαρα ο Fincher σε φιλμ του – με εξαίρεση, ίσως, το «Fight Club». 

    Σχεδόν πάντα, βέβαια, οι δημιουργίες του του ενείχαν αισθητά κοινωνικά σχόλια, αλλά ποτέ δεν μεταμορφώνονταν κατά τόσο τακτά διαστήματα σε κοινωνικά δράματα, παρά μόνο ήταν ήδη τέτοια απ’ την αρχή (πχ. «H Απίστευτη Ιστορία του Μπέτζαμιν Μπάτον»). 

    Επίσης, το τρέιλερ σε προετοιμάζει για αμιγώς αστυνομικό θρίλερ, οπότε λογικό είναι κάποιοι λίγο να ‘ξινίστηκαν΄ μ’ αυτό που είδαν.

    Κι εκεί που ο Αντώνης αναφέρει ότι μπουκώθηκε η ταινία με πολλά θέματα που δεν μπορούσε να αποδώσει σωστά, δεν θα διαφωνήσω απόλυτα. 

    Εκεί που αισθάνθηκα ότι άφησε λίγο μετέωρη αίσθηση το σενάριο είναι στο παρελθόν της Έιμι και στο πως αυτό έπαιξε ρόλο ως την εξαφάνισή της, γιατί αυτή η διάσταση υπονοείται ή έστω απεικονίζεται αόριστα.

    Από την άλλη βέβαια, πολλοί βγήκαν απ’ την αίθουσα μ’ ένα σφίξιμο στο στομάχι, σε σφίγγει η καταπίεση των ηρώων που σφίγγει κι αυτούς, απ’ την οποία κατέληξαν είτε στην τιμωρία είτε στην λύτρωση –όπως το βλέπει κανείς. 

    Ε, αυτό το σφίξιμο είναι κατόρθωμα, δεδομένων των συνεχών εναλλαγών στο ύφος του φιλμ, διότι ο ρυθμός δεν σ’ αφήνει να πάρεις ανάσα ειδικά στο δεύτερο μισό της διάρκειας. 

    Δεν χάνει το τέμπο η ταινία, ίσα-ίσα κερδίζει σε σασπένς λεπτό στο λεπτό, λόγω πρωτότυπης ιστορίας, σφιχτής πλοκής, χαρακτήρων που μπορείς να φανταστείς κάποια στιγμή να βγαίνουν στ’ αλήθεια σε δελτία και σκηνοθεσίας που κρατάει την αγωνία.   

    Από κει και πέρα, οι διάλογοι είναι καλογραμμένοι, γιατί δείχνουν –εν πολλοίς– αρκετά καθημερινοί.  


    Για παράδειγμα, προσέξτε αυτούς μεταξύ των δύο κεντρικών διδύμων:

    Νικ/αδερφή του Νικ, όπου πέφτει α) buddy-style στιχομυθία του τύπου ‘-δεν είμαι καλά –γιατί; Πήδα τη [γυναίκα σου] να ξεσκάσεις’ και β) λόγια που θα ‘λεγε η αδερφή στον αδερφό όταν ο τελευταίος τα έκανε θάλασσα. 

    Νικ/Έιμι, όταν ως νέο ζευγάρι, κάνουν σχέδια. 
    Πέρα από τις κλασικές ρομαντικές ‘ζουζουνιές’, βλέπεις κάποια στιγμή την σύζυγο να την λέει στον σύζυγο επειδή ξοδεύει λεφτά για μαλακίες, τις διαχρονικές στιγμές ξενερωσιάς της συμβίωσης μετά τα «χρόνια του μελιού» και μετά απόλυτα αναμενόμενες αντιδράσεις σύγχυσης, οργής κι αμηχανίας, ειδικά, του Νικ μπροστά στην σαρωτική δημοσιότητα του γεγονότος. 

    Σε γενικές γραμμές, μιλάμε για απόπειρα ρεαλισμού έναντι της μελοδραματικής ή πομπώδους παπάντζας που κυριαρχεί στις ατάκες τέτοιων (Χολιγουντιανών) ταινιών.  

    Όσο για τις ερμηνείες, ο Fincher έχει αποδείξει ότι απομυζά το 150% του ταλέντου των ηθοποιών του. 

    Εδώ η Pike αποκαλύπτει εντυπωσιακό ερμηνευτικό βάθος σ’ ένα ρόλο γεμάτο μεταπτώσεις και πολλές διαστάσεις, ενώ ο Affleck αν και σίγουρα δεν μπορεί να μπει στη λίστα με τους πιο ικανούς ηθοποιούς που ανέδειξε ο Fincher, αποδίδει μια πρωτόγνωρη αίσθηση απλότητας, είναι ο γείτονας απ’ απέναντι ή ακόμα καλύτερα το φιλαράκι απ’ το Λύκειο. 

    Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι οι περιφερειακοί χαρακτήρες (άντε πλην της αδερφής του Νικ και της αστυνομικού) χαρακτηρίζονται από αδιάφοροι (πχ. ο  εύπιστος επαρχιώτης αστυνομικός) ως καρικατούρες (βλ. τη κατινάρα γειτόνισσα-παρτσακλό της Έιμι).  

    Τέλος, η σκηνοθεσία: αργή αλλά σταθερά κλιμακούμενης έντασης, με διάθεση να πλατειάσει σχολιάζοντας, αλλά το κάνει μόνο αποσπασματικά (σχέση social media-κοινωνίας, κριτική στην αμερικάνικη τηλεόραση κλπ.) αν και συνήθως εύστοχα, με αραιές πινελιές διακριτικού χιούμορ. 

    Κρατάει πάντως το σήμα-κατατεθέν του Fincher: τα κάδρα με έντονο ωχρό ή ψυχρό μπλε φωτισμό. 

    Αυτά από μένα… η δική σας γνώμη ποια είναι;

    * Έχετε παρατηρήσει κι εσείς  τελευταία, μια εμμονή του εν λόγω auter με τις αντιπαραθέσεις δυναμικών ζευγαριών; 

    Γιατί στις πιο πρόσφατες δουλειές του έχουμε στο επίκεντρο τις σχέσεις ενός ζευγαριού που άντρας και γυναίκα είναι ισοδύναμοι, εξίσου δυναμικοί και διεκδικητικοί – Σαλάντερ και Μπλουμκβιστ στο «Κορίτσι με το Τατουάζ» και το ζεύγος Άντεργουντ στο «House of Cards». 

    Πασχάλης Μαντζαρίδης.



    • ΜΗ ΞΕΧΑΣΕΙΣ ΝΑ ΣΧΟΛΙΑΣΕΙΣ
    • Facebook Comments
    Item Reviewed: Ας μιλήσουμε για το Κορίτσι που Εξαφανίστηκε Rating: 5 Reviewed By: Konstantinos
    Scroll to Top