• Latest News

    Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2019

    Κριτική: To Παιχνίδι με την Φωτιά - Burning (2018)



    Ο Lee Chang-dong είναι ένας από τους σημαντικότερους Κορεάτες σκηνοθέτες της εποχής μας (το λιγότερο) και «Το Παιχνίδι με την Φωτιά», το οποίο έχει ήδη κερδίσει βραβεία σε φεστιβάλ σε ολόκληρο των κόσμο, συμπεριλαμβανομένων των Κανών, αποτελεί τρανή απόδειξη.

    Χαλαρά βασισμένο σε μία ιστορία του Haruki Murakami με τίτλο «Barn Burning», η οποία με την σειρά της είναι εμπνευσμένη από το ομώνυμο βιβλίο του William Faulkner, το σενάριο περιστρέφεται γύρω από τρεις χαρακτήρες: 
    Ο Lee Jong-su θέλει να γίνει συγγραφέας αλλά δεν έχει καταφέρει να γράψει το οτιδήποτε και συντηρείται κάνοντας ότι δουλειά βρίσκει στην Paju. 
    Μία μέρα, συναντά τυχαία την Shin Hae-mi, μια πρώην συμμαθήτρια που βρίσκεται σε παρόμοια, αδιέξοδη κατάσταση και οι δυο τους καταλήγουν να περάσουν την νύχτα μαζί.

    Λίγο αργότερα, η Hae-mi φεύγει για την Αφρική, και «αναθέτει» στον Jong-su να φροντίζει την γάτα της στο μικρό διαμέρισμα που διατηρεί, αν και στο μεσοδιάστημα, ο νεαρός έχει επιστρέψει στο πατρικό του στην εξοχή. 
    Κάποια στιγμή η κοπέλα επιστρέφει, και ένας πολύ χαρούμενος Jong-su πηγαίνει να την πάρει από το αεροδρόμιο. 
    Προς έκπληξή του όμως, την βρίσκει στο πλάι του Ben, ενός άνδρα που φαίνεται να είναι παραπάνω από απλός φίλος.

    Πάλι προς έκπληξη του Jong-su, οι τρεις τους αρχίζουν να κάνουν παρέα, και σύντομα αποκαλύπτεται πως ο Ben είναι αρκετά πλούσιος, καθώς ζει σε ένα πολυτελές διαμέρισμα και οδηγεί ένα πανάκριβο σπορ αμάξι, αν και η πηγή του πλούτου του δεν γίνεται ποτέ ξεκάθαρη. 
    Αναμενόμενα, και για όλους τους προαναφερθέντες λόγους, ο Jong-su ζηλεύει έντονα τον Ben, αν και ο μυστηριώδης αντίζηλος του φαίνεται να μην μοιράζεται τα ίδια συναισθήματα, αλλά ούτε καν να συνειδητοποιεί το πως νιώθει ο Jong-su. 

    Κάποια στιγμή, ο Ben εκμυστηρεύεται στον Jong-su πως έχει την τάση να βάζει φωτιά σε εγκαταλελειμμένα θερμοκήπια. 
    Λίγο αργότερα, η Hae-mi εξαφανίζεται και ο νεαρός συγγραφέας αρχίζει να παρακολουθεί (καταδιώκει αν θέλετε) τον νέο του «φίλο»

    Η μεταφορά των έργων του Haruki Murakami στον κινηματογράφο δεν ήταν ποτέ εύκολη υπόθεση, κυρίως λόγω της αφαιρετικής φύσης τους, του ασαφές τέλους και των πολλών ερωτήσεων που ποτέ δεν απαντώνται. 
    Ο Lee Chang-dong όμως, τα καταφέρνει περίφημα στην συγκεκριμένη περίπτωση, υπερβαίνοντας το στυλ του Ιάπωνα, δημιουργώντας παράλληλα ένα υπαρξιακό δράμα/θρίλερ που είναι σχεδόν εντελώς δικό του, παρά του Murakami
    Ουσιαστικά, μόνο η αρχική ιδέα και η ύπαρξη κάποιων δευτερευόντων στοιχείων της αφήγησης, όπως το πηγάδι και η αυτιστική γάτα που δεν εμφανίζεται ποτέ, είναι χαρακτηριστικά του Ιάπωνα, με τον εξέλιξη της ιστορίας και το σοκαριστικό φινάλε να μοιάζουν, εξ ολοκλήρου, του Κορεάτη.


    Ο μονόπλευρος ανταγωνισμός μεταξύ των δύο ανδρών και το γεγονός πως η Hae-mi δεν φαίνεται να νοιάζεται ή ακόμα και να τον συνειδητοποιεί, αποτελεί έναν από τους βασικούς άξονες της ταινίας, αν και ο Lee τον χρησιμοποιεί για να παρουσιάσει ένα αρκετά σκληρό σχόλιο για την ανθρώπινη φύση και τα μονοπάτια που μπορούν να οδηγήσουν κάποιον η εικασία και η εμμονή.

    Μία μόνιμη αίσθηση αποπροσανατολισμού, η οποία προέρχεται κυρίως από το γεγονός πως ο Lee αφήνει τον θεατή της ταινίας να αναρωτιέται αν αυτά που πιστεύει ο Jong-su αληθεύουν ή είναι αποκυήματα ενός ταραγμένου μυαλού (ακόμα ένα χαρακτηριστικό των βιβλίων του Murakami), αποτελεί ακόμα έναν από τους κύριους άξονες της ταινίας, με τον Lee να την εκμεταλλεύεται πλήρως και να δημιουργεί μία ατμόσφαιρα που ακροβατεί ανάμεσα στο όνειρο και τον εφιάλτη. 
    Το στοιχείο αυτό είναι που δίνει στην ταινία μία αίσθηση θρίλερ, μέσω της αγωνίας για την πραγματικότητα αλλά και για τις πράξεις του Jong-su.

    Οι δευτερεύοντες άξονες του φιλμ επίσης χρησιμοποιούνται ως αφορμές για κοινωνικά/ υπαρξιακά σχόλια, όπως πχ εκείνος που αφορά τον πατέρα του Jong-su, ο οποίος έχει θέματα αυτοσυγκράτησης λόγω θυμού, τα οποία τον έχουν οδηγήσει στην φυλακή, να αποτελεί αφορμή για την απελπισμένη προσπάθεια του νεαρού να αποφύγει τα συγκεκριμένα γονίδια και ένα σχόλιο για το πόσο τελικά μοιάζουμε με τους γονείς μας. 
    Μέσω της συμπεριφοράς του ίδιου χαρακτήρα, ο Lee αναφέρεται επίσης στην ταξική οργή και την ανδρική ανασφάλεια.

    Προφανώς, όλος αυτός ο συμβολισμός χρειαζόταν και μια ανάλογη ηθοποιία για να τον αποδώσει, και ο Yoo Ha-in είναι εξαιρετικός σε έναν πολυεπίπεδο ρόλο που απαιτεί πολλές εναλλαγές ψυχολογίας και αντιδράσεων. 
    Ο Steven Yeun (Okja) ως Ben από την άλλη, υποδύεται τον χαρακτήρα του με μία μόνιμη απάθεια και μία έντονη αίσθηση του μέτρου, χωρίς καθόλου εξάρσεις, λειτουργώντας θαυμάσια ως αιτία των εναλλαγών του συμπρωταγωνιστή του που περιγράψαμε παραπάνω. 
    Η διατήρηση αυτής της «απάθειας» σε όλη την διάρκεια της ταινίας είναι το μεγαλύτερο ατού της δουλειάς του.

    Η φωτογραφία του Hong Gyeong-pyo είναι επίσης εντυπωσιακή, με τις εικόνες που παρουσιάζει να αντικατοπτρίζουν την ψυχολογική κατάσταση του πρωταγωνιστή με τον καλύτερο τρόπο, ενώ οι διάφορες σκηνές εμπρησμού είναι πραγματικά ανατριχιαστικές. 
    Ο έντονος συμβολισμός της ταινίας αναδεικνύεται από την φωτογραφία, με την σκηνή όπου μια ημίγυμνη, μεθυσμένη και μαστουρωμένη Hae-mi χορεύει στο ηλιοβασίλεμα, ανάμεσα σε μία σημαία της Ν. Κορέας και τα σύνορα της Βόρειας να αποτελεί το απόγειο τόσο του οπτικού στοιχείου όσο και της ερμηνείας της Jeon Jong-seo.

    «Το Παιχνίδι με την Φωτιά» είναι ένα υπέροχο φιλμ, μία ταινία που αποδίδει τα μέγιστα τόσο ως θρίλερ όσο και ως υπαρξιακό δράμα, και ένα πολυεπίπεδο θέαμα που βάζει τους θεατές του να σκεφτούν, τουλάχιστον στον ίδιο βαθμό που τους ψυχαγωγεί.

    Στους κινηματογράφους από 10 Ιανουαρίου.

    Παναγιώτης Κοτζαθανάσης.



    • ΜΗ ΞΕΧΑΣΕΙΣ ΝΑ ΣΧΟΛΙΑΣΕΙΣ
    • Facebook Comments
    Item Reviewed: Κριτική: To Παιχνίδι με την Φωτιά - Burning (2018) Rating: 5 Reviewed By: Panos Kotzathanasis
    Scroll to Top