• Latest News

    Δευτέρα, 14 Αυγούστου 2017

    Κριτική: Κανείς Δεν Μπορεί να μας Σώσει - Que Dios nos Perdone



    Η βασική αιτία που η ισπανική κινηματογραφική βιομηχανία ανθεί δεν είναι η πρωτοτυπία, αλλά η ανανέωση κλασσικών genres με τη χρήση απλών αλλά ευφυέστατων τεχνασμάτων, για τα οποία φυσικά ευθύνονται οι ταλαντούχοι δημιουργοί. 

    Το Que Dios nos Perdone είναι μια κλασσικότατη αστυνομική ταινία, από εκείνες που βγαίνουν στις αίθουσες τα τελευταία …80 και βάλε χρόνια. 
    Έχει άραγε αυτή αυτό το κάτι για να ανανεώσει το είδος;

    Επιθεωρητές Luis Velarde (Antonio de la Torre, Η Οργή Ενός Υπομονετικού Ανθρώπου) και Javier Alfaro (Roberto Alamo, Είναι για το Καλό σου). 

    Ο πρώτος συνεσταλμένος, λιγομίλητος με πρόβλημα τραυλισμού, ευφυέστατος και με ανικανότητα συναναστροφής με το άλλο φύλο σε σημείο διαστροφής. 
    Ο δεύτερος βαρύμαγκας κάφρος, με σοβαρά προβλήματα θυμού αλλά ικανότατος στη δουλειά του, με μια διαλυμένη οικογένεια και δυο παιδιά που λατρεύει αλλά αδυνατεί να διαχειριστεί τη παρουσία τους.

    Μαδρίτη 2011, εν μέσω έξαρσης της οικονομικής κρίσης. 
    Οι δύο συνάδελφοι καλούνται να διαλευκάνουν τη δολοφονία μιας γηραιάς γυναίκας, η οποία αρχικά μοιάζει με ατύχημα αλλά αποδεικνύεται έργο ενός κατά συρροή βιαστή και δολοφόνου. 

    Τα θύματα αυξάνονται, με τα εγκλήματα να γίνονται όλο και πιο βίαια.
    Ο αγώνας δρόμου για την σύλληψη του ενόχου στερείται αποτελέσματος, με τους δύο άνδρες να συνειδητοποιούν ότι κανένας από τους δυο τους δεν είναι και τόσο διαφορετικός από τον δολοφόνο.

    Το Que Dios nos Perdone είναι μια δημιουργία του Rodrigo Sorogoyen, γνωστό στη χώρα του από τηλεοπτικές σειρές διαφόρων ειδών, αλλά κυρίως από το ρομαντικό δράμα Stockholm που το 2013 ξεχώρισε κερδίζοντας πολύ καλές κριτικές και βραβεία σε παγκόσμια φεστιβάλ.

    Είναι μια κλασσική whodunnit ταινία που έχεις μια υπόθεση και αναζητάς το δολοφόνο. 
    Είναι ευδιάκριτα χωρισμένη σε δύο ίσης διάρκειας acts, με το πρώτο να είναι το καθαρά ντετεκτιβίστικο, που παρακολουθούμε τους δύο αστυνομικούς να μιλούν με υπόπτους και μάρτυρες, να συγκεντρώνουν πληροφορίες και να προσπαθούν να φτιάξουν το προφίλ του ενόχου. 

    Δυστυχώς οι χρήσιμες πληροφορίες είναι ελάχιστες με ολόκληρη τη πρώτη ώρα να μοιάζει σπαταλημένη σε χωρίς κινηματογραφική αξία διαδικαστικότητες.
    Παρότι μέχρι εκείνο το σημείο η πλοκή είναι ιδιαιτέρως αραιή, ο ρυθμός αργός και η ένταση ανύπαρκτη, η ταινία κυλάει ομαλά και σε ανεκτά επίπεδα, όμως εκεί έρχεται ένα μεγάλο χαστούκι με το σενάριο να επιλέγει να προχωρήσει την ιστορία πετώντας την από τη σκάλα, παρά κατεβαίνοντας ένα-ένα τα σκαλοπάτια. 


    Με άλλα λόγια, προτιμάει να επικαλεσθεί τη δύναμη της σύμπτωσης ώστε οι ντετέκτιβ να βρεθούν άξαφνα μπροστά στον ύποπτο, αντί για μια πιο ορθολογική και ρεαλιστική οδό. 
    Συγγνώμη κύριε Sorogoyen, αλλά τέτοια τρικς βλέπουμε στο Hawaii 5-0 και στο CSI, όχι σε αξιοπρεπείς κινηματογραφικές ταινίες.

    Εκείνο το 5λεπτο ακριβώς στα μέσα του φιλμ είναι ταυτόχρονα το καλύτερο αλλά και το πιο καταστροφικό κομμάτι του. 
    Εμπεριέχει ένα δαιμονιώδες ανθρωποκυνηγητό αλλά δυστυχώς το κακό έχει ήδη γίνει, με ολόκληρη την υπόθεση να έχει πάει στα σκουπίδια, αχρηστεύοντας μία ολόκληρη ώρα που δεν ήταν πια μόνο βαρετή αλλά και άχρηστη, και ταυτόχρονα μειώνοντας δραματικά το ενδιαφέρον για τη συνέχεια.

    Το δεύτερο act μοιάζει με ένα τελείως διαφορετικό φιλμ. 
    Έχοντας ουσιαστικά αχρηστεύσει ολόκληρο το πρώτο μέρος και με τον ύποπτο να είναι πια γνωστός, οι ρυθμοί ανεβαίνουν, μαζί τους και η ένταση, γίνονται οι απαραίτητες αποκαλύψεις, υπάρχει και ένα μικρό twist και φτάνουμε στο φινάλε.

    Καλά όλ’ αυτά, αλλά που είναι το τέχνασμα που ανέφερα στην εισαγωγή; 
    Αυτό εντοπίζεται στους χαρακτήρες των ντετέκτιβς, οι οποίο είναι επιτηδευμένα το εντελώς αντίθετο του τέλειοι. 

    Είναι βουτηγμένοι στα ελαττώματα, από ανώδυνα μέχρι τόσο σοβαρά, που όπως αναφέρει και η σύνοψη, μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν είναι πολύ διαφορετικοί από το δολοφόνο. 
    Ωραία, μάλιστα, και; 

    Ναι, οι χαρακτήρες είναι σίγουρα πολύ πιο ρεαλιστικοί από τους ατσαλάκωτους ντετέκτιβ άλλων ταινιών, αλλά αυτό τους κάνει αφόρητα αντιπαθείς σε σημείο να μη νοιάζεσαι διόλου για όσα τους συμβαίνουν στη πορεία, ίσως ενδόμυχα να ζητάς και το κακό τους, μέσω της “ήττας” τους στη συγκεκριμένη υπόθεση, μια υπόθεση που -κακά τα ψέματα- δεν είναι ιδιαίτερα πιασάρικη, ούτε έχει το απαραίτητο βάθος και πολυπλοκότητα για να γεμίσει μια δίωρη ταινία.

    Ως οπαδός του είδους, είχα όλη τη καλή διάθεση να ενθουσιαστώ με το Que Dios nos Perdone αλλά δυστυχώς η ταινία αποδείχτηκε δομικά προβληματική, σχεδόν αυτοκαταστροφική, που απλά παρακολουθείς και την έχεις ξεχάσει πριν καν τελειώσει.

    Στους κινηματογράφους από 10 Αυγούστου.

    Αλέξανδρος Κυριαζής.

    • ΜΗ ΞΕΧΑΣΕΙΣ ΝΑ ΣΧΟΛΙΑΣΕΙΣ
    • Facebook Comments
    Item Reviewed: Κριτική: Κανείς Δεν Μπορεί να μας Σώσει - Que Dios nos Perdone Rating: 5 Reviewed By: Konstantinos
    Scroll to Top